Εκεί στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η μερικά χρόνια νωρίτερα ανυψωμένη από την υπερπροβολή του βρετανικού μουσικού τύπου indie σκηνή της γηραιάς Αλβιόνας είχε προ πολλού πλέον αποκαθηλωθεί, να συναντάς στον έρημο τόπο που είχε αφήσει πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό μαγνητοσκοπημένες τις ζωντανές εμφανίσεις ενός πρωτοεμφανιζόμενου σχήματος που δυνητικά θα μπορούσε να ηγηθεί μιας βρετανικής indie rock αναγέννησης, που τα ξέφρενα κιθαριστικής παραμόρφωσης παραστρατήματα του ξεχείλιζαν από δυναμισμό ενώ τα κομμάτια τους διέθεταν ακαταμάχητα κολλητικά hooks, και με μια frontperson που ξεχείλιζε από πηγαίο ταλέντο και ακατέργαστο star quality στην εκθαμβωτική Ellie Rowsell, ήταν το λιγότερο συναρπαστικό. Όπως ήταν φυσικό, αν ήταν εμφανές σε κάθε τυχάρπαστο στο διαδίκτυο (όπως στον γράφοντα), δεν θα διέφευγε από τα γατόνια των δισκογραφικών εταιριών το γεγονός πως μπροστά μας βρισκόταν ένας εν δυνάμει μεσσίας για την βρετανική εναλλακτική rock σκηνή.
Έτσι, δεν χρειάστηκαν ούτε δύο χρόνια από τα πρώτα singles και το EP “Blush”, και οι Wolf Alice κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Your Love Is Cool” σε ανεξάρτητη μεν εταιρεία, αλλά με παγκόσμια διανομή από πολυεθνική, εν μέσω διθυραμβικών κριτικών από τον τύπο, με υποψηφιότητα για βραβείο Mercury, περιοδεύοντας ανά τον κόσμο και συμμετέχοντας σε μερικά από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ της πατρίδας τους. Στο “Visions Of A Life” που ακολούθησε και μέχρι το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ ήδη τα αυλάκια του δίσκου ή τα ψηφιακά bits & bytes εξαρχής αδυνατούσαν να καταγράψουν και να μεταφέρουν την ενέργεια του ακατέργαστου των ζωντανών εμφανίσεών τους, τουλάχιστον οι Λονδρέζοι διατηρούσαν την ακαταμάχητη αυτή αφέλεια της μπάντας που αγνοούσε απόλυτα τη δυνατότητα να γίνουν rock stars.
Με το πέρασμα στην τρέχουσα δεκαετία, μετά και από το τρίτο, πολύ πιο (αν όχι υπερβολικά) καλογυαλισμένο άλμπουμ “Blue Weekend”, μπορεί η λατρεία που επιδείκνυε ο μουσικός τύπος της χώρας τους για τους Wolf Alice ή η δημοτικότητά τους να μην στέρεψε, αλλά ήταν εμφανές πως βρίσκονταν στην τροχιά εκπλήρωσης του πεπρωμένου που έμοιαζε εξαρχής προδιαγεγραμμένο γι’ αυτούς: να γεμίζουν αρένες όπως τα μεγαθήρια συμπατριώτες τους Coldplay και Muse.
Και η νέα, τέταρτη πλήρους διάρκειας δουλειά τους αντικατοπτρίζει απολύτως αυτό: ο ήχος είναι, με τη συνήθη αποτελεσματικότητα (ή όχι) όποτε το επιχειρούν σχήματα από την εδώ πλευρά του Ατλαντικού, ξεκάθαρα εξαμερικανοποιημένος, με κλασικές pop μπαλάντες σαν το εναρκτήριο “Thorns” και το “Play It Out”, soft rock με μυρωδιά 70s όπως στο “Just Two Girls” και το “Safe In The World”, και (με φωτεινή εξαίρεση το ξεδιάντροπα pop single “Bloom Baby Bloom”) πολλή, πάρα πολλή πρωτόγνωρη για τους Wolf Alice country rock. Είναι γεγονός πως η Ellie Rowsell, που θυμόμαστε κάποτε να τραγουδά με χαριτωμένη συστολή κι άλλοτε να ουρλιάζει μαινόμενη, ακούγεται πλέον με αυτοπεποίθηση star στο απώγειό της, και πως η μπάντα ακούγεται σαν καλοκουρδισμένο ρολόι του οποίου η “ζεστή” αναλογική παραγωγή, παρά την πλούσια ενορχήστρωση, επιτρέπει στην κάθε παραμικρή κίνηση γραναζιού του μηχανισμού να ακουστεί με κρυστάλλινη διαύγεια.
Όμως η μπάντα που όταν πρωτογνωρίσαμε ακουγόταν σαν να ζητούσες από τους Sonic Youth να παίξουν pop, τώρα πλέον είναι σχεδόν αγνώριστη κι επί σκηνής. Από τις πρώτες εμφανίσεις που παρουσιαζόταν το υλικό του “The Clearing”, ήρθαμε αντιμέτωποι με μια απίστευτα σκηνογραφημένη και στυλιζαρισμένη μπάντα, με όλο το ταλέντο αλλά καθόλου από την σαγηνευτική ερασιτεχνική αφέλεια που είχαμε κάποτε λατρέψει στους Wolf Alice.
