Μια ιστορία εξίσου ονειρική με αυτήν της Σταχτοπούτας, από πολλές απόψεις, η διαγαλαξιακή άνοδος των Turnstile με το Glow On του 2021 είναι κάτι που ίσως το μουσικό στερέωμα έχει δεκαετίες να δει και δη από μία (πρώην ή νυν, πείτε ό,τι θέλετε) hardcore μπάντα. Πολλοί είπαν ότι μετενσαρκώθηκαν οι RATM πριν καν αποδημήσουν για τόπους χλοερούς, αλλά για να μην μπερδευόμαστε αγαπηταί/αγαπητοί αναγνώστριαι/αναγνώσται, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το κουιντέτο από την Βαλτιμόρη, μεγάλη κοιτίδα hardcore συγκροτημάτων ήδη από την δεκαετία του ‘80, μετράει σήμερα 15 χρόνια ύπαρξης, τέσσερις δίσκους, μαζί με τον τελευταίο τους, και άφθονα ΕP. Ο δεσμός τους με την Βαλτιμόρη είναι άρρηκτος, καθώς τα μέλη της μπάντας ανήκαν ήδη σε ονομαστές hxc μπάντες, όπως οι μεταλλικοί Trapped Under Ice και οι πιο προωθημένοι Angel Du$t. Από το 2017 ανήκουν πλέον στο δυναμικό της μυθικής και συνάμα καιροσκόπας Roadrunner και από αυτήν κυκλοφορούν και το παρόν, για το οποίο οι απανταχού οπαδοί του hardcore/ post-hardcore περίμεναν τέσσερα μακρά έτη, ενώ είδαν την μπάντα να σαρώνει τις διακρίσεις για το Glow Οn και υπέμειναν την επεισοδιακή αποχώρηση ή αποπομπή του αρχικού κιθαρίστα της μπάντας, Brady Ebert, και την αντικατάσταση του από την Βρετανή Meg Mills. Το ζητούμενο είναι αν άξιζε η αναμονή και η ταλαιπωρία.
Για να είμαι ειλικρινής πάντα είμαι επιφυλακτικός με τέτοιου είδους εκρήξεις δημοτικότητας συγκροτημάτων, αλλά τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν για εμένα – και πιθανότατα για πολλούς άλλους ακροατές – να είχαν θετική επίδραση. Για όσους δεν γνωρίζουν τι συνεπάγεται ηχητικά το όνομα της μπάντας αναφέρω ενδεικτικά ότι πρόκειται για μία μετωπική σύγκρουση του κλασικού hardcore ήχου, όπου θέτω Mabdball, Agnostic Front, Bad Brains με καλλιτέχνες που μεσουρανούσαν την δεκαετία του ‘80 και του ΄90, όπως οι the Police/Sting, η Sade ακόμη και οι Genesis στην περίοδο του Phil Collins. Το αποτέλεσμα ακούγεται σχεδόν εκτρωματικό, ωστόσο, στην πραγματικότητα είναι άκρως επιτυχημένο και έφερε την μπάντα στις κορυφές των chart δίνοντας εφαλτήριο και σε άλλες μπάντες, όπως οι διαλυμένοι Gel, οι Knocked Loose και οι Scowl, που χτυπούν με δύναμη την πόρτα του mainstream, πράγμα ανήκουστο από την εξάλειψη του nu-metal και μετά.
Η παραγωγή του πολυπράγμονα frontman, Brendan Yates, στον παρόντα δίσκο αντικατοπτρίζει ακριβώς την παραπάνω ηχητική ταυτότητα, χωρίς να το έχει κουνήσει ρούπι από τον ήχο του προηγούμενου υπερεπιτυχημένου δίσκου και ακολουθώντας, εξίσου πολιτικά ορθές/ηχητικά προχώ hxc μπάντες, όπως οι Refused, οι Enter Shikari και οι At the Drive-in, περνάει τον ακροατή από ένα σκωτσέζικο ντους γκαζωμένων hardcore σημείων και τελείως chill, εμβόλιμων ή μη, κομματιών που ακούγονται λες και βγήκαν από ρομαντική ταινία των ‘80s με σκηνές κάτω από την θάλασσα, κλείνοντας λάγνα το μάτι στην εύπεπτη retro pop των τελευταίων ετών.
Κομμάτια όπως το αέρινο “Seein’ Stars”, όπου συμμετέχει η Hayley Williams των Paramore ή το εξίσου συννεφένιο “I Care”, μόλις το δεύτερο κομμάτι του δίσκου, θα μπορούσαν να ακούγονται σε soundtrack ταινίας του ΄80 μαζί με Tears for Fear ή Simply Red. Ωστόσο, το πρώτο ακολουθείται από το hxc ηλεκτροσόκ του “Birds” που πατάει στο εξίσου ψυχωμένο “T.L.C.” του προηγούμενου δίσκου και κάνει πάσα στο παλλόμενο Sabbath-ικό riff του “Slowdive” (πως είπατε;). Αλλού, στο “Dreaming” επιστρατεύουν τους Καναδούς BADBADNOTGOOD για να προσθέσουν μία πινελιά Miles Davis/Mariachi στο θόρυβο, ενώ στο “Sunshower’ μετά από ένα καλό κοπάνημα βάζουν τον πνευστό Shabaka Hutchings να κατευνάσει τα πνεύματα με το φλάουτο του, στο “Look out for me” διοχετεύουν όντως την ενέργεια των RATM και στο “Dull” το πνεύμα του synth pop παρατράγουδου Gunther στοιχειώνει τους στίχους. Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ υπάρχει μία συνοχή και μία σχεδόν concept προσέγγιση του συνόλου των τραγουδιών, καθώς σε όλο τους το χάος υπάρχει crossfading και μία σταθερή αλληλουχία. Το όλο στυλιστικό στίγμα, έχοντας μια αρκετά hip χροιά, είναι σχεδόν δίδυμο με αυτό του προκατόχου του Glow On, καθώς τα νέα κλιπάκια έχουν αυτό το αχνό μονόχρωμο μοτίβο, ολοκληρώνοντας το πακέτο.
Πολλοί θα πουν ότι ακολουθήθηκε η πεπατημένη, πολλοί θα πουν ότι είναι ό,τι καλύτερο έχουν ακούσει εδώ και καιρό, Εγώ θα σταθώ στο ότι “πολλοί” θα πουν” και ότι οι Turnstile ήρθαν για να παραμείνουν. Εν όψει της εμφάνισής τους στην Αθήνα θα ήταν καλό να παρακολουθήσετε το φαινόμενο, έστω από απόσταση ασφαλείας. Ευχαριστώ πολύ τους Θανάση Καραθανάση, Κώστα Μαγγίνα, Γιώργο Παπαϊωάννου και Θανάση Μήνα.
