Το ονομασμένο από το μικροσκοπικό έντομο που περπατά στο νερό εκμεταλλευόμενο την επιφανειακή τάση Αθηναϊκό κουαρτέτο – αποτελούμενο στην τωρινή του σύνθεση από τους Μανώλη Αρετουλάκη (φωνητικά και κιθάρα), Αστέριο Κοτούλα (κιθάρες), Χριστίνα Ιωαννίδου (μπάσο), και Γιώργο Σβάρνα (τύμπανα) – επισήμως υφίσταται από την αρχή της τρέχουσας δεκαετίας, αν και ουσιαστικά τους είχαμε πρωτογνωρίσει με το προ τριάμισι ετών ντεμπούτο άλμπουμ τους “My name is Expectation”, το οποίο είχε υπάρξει ενδεικτικό και της δήλωσης αποστολής τους να συνταιριάξουν την “βρώμικη” – χαρακτηριστική της indie rock – κιθαριστική παραμόρφωση με τις pop μελωδικές ευαισθησίες τους.
Στο δεύτερο άλμπουμ τους “Anodyne” (παυσίπονο), που κυκλοφορεί κι αυτό από την Old Bad Habits – σε παραγωγή του Bob Katsionis και πάλι – οι Water Striders δείχνουν ότι δεν προτίθεντο να επαναπροσδιορίσουν την ηχητική τους ταυτότητα, αλλά ότι στο διάστημα που μεσολάβησε επικεντρώθηκαν στο να ακονίσουν την τραγουδοποιία τους. Οι μουσικές τους αναφορές δεν διαφέρουν από αυτές του προκατόχου του, εκτεινόμενες σε όλο το εύρος της πρώτης δεκαετίας του indie ιδιώματος, από τους Hüsker Dü και Pixies των πατριαρχών Bob Mould και Frank Black, διαμέσου της grunge, και εκτεινόμενες έως τις πιο pop εκφάνσεις του και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού (βλ. Weezer, βρετανική indie-pop). Αυτή τη φορά όμως οι κιθάρες είναι πιο περίτεχνες, το rhythm section ακούγεται πιο στιβαρό, οι μελωδικές γραμμές είναι ακόμη πιο πιασάρικες, και τα φωνητικά πιο εκφραστικά. Και ακόμη κι όταν η εισαγωγή λειτουργήσει παραπλανητικά ή το κυρίως μέρος ενός κομματιού είναι μειλίχιο – όπως π.χ. στο ομότιτλο, τα “Star Wars” και “Symphony of red”, ή με το πιάνο στο “Kill The Desire” – δεν αργεί στις δραματικές κορυφώσεις να κάνει δυναμικά την επανεμφάνισή της η πρωτοκαθεδρεύουσα κιθαριστική παραμόρφωση.
Πέρα από το γεγονός ότι το “Anodyne” δεν κάνει κάποια κοιλιά στη διάρκεια των 11 κομματιών που περιέχει, ενδεικτικό της σημασίας ως που έδωσαν οι Water Striders στο άλμπουμ – και ως format – στην ολότητά του είναι η επανάληψη (reprise) της μελωδικής φόρμας του εναρκτήριου “Why sing at all?” στο τέλος του τελείως διαφορετικού ύφους αποχαιρετιστήριου “There’s more to keeping low”. Τριάμισι χρόνια μπορεί να φαντάζουν αιωνιότητα στην εποχή που διανύουμε, που απαιτεί συνεχή παρουσία και παραγωγή ”περιεχομένου”, όμως φαίνεται για τους Water Striders υπήρξαν ευεργετικά.
