Το Pretty in Black, που κυκλοφόρησε στις 3 Μαΐου 2005, αποτελεί το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Δανών The Raveonettes, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητάς τους να γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν. Το δίδυμο — Sune Rose Wagner και Sharin Foo — αφήνει προσωρινά πίσω του τον θόρυβο και την lo-fi αισθητική των πρώτων τους δουλειών και στρέφεται σε έναν πιο καθαρό, μελωδικό ήχο, εμπνευσμένο από τη ρομαντική εποχή των ’50s και ’60s.
Από τον θόρυβο στην αρμονία
Η παραγωγή του άλμπουμ, που υπογράφεται από τον ίδιο τον Wagner και τον θρυλικό Richard Gottehrer (γνωστό από τις δουλειές του με Blondie και Richard Hell), είναι αισθητά πιο εκλεπτυσμένη. Τα τραγούδια κυλούν με μια κινηματογραφική γλυκύτητα· το “The Heavens” ανοίγει σαν παλιά ερωτική ταινία, ενώ το “Seductress of Bums” ακροβατεί ανάμεσα στο vintage και το σουρεαλιστικό.
Ιστορικές συνεργασίες
Το άλμπουμ αποκτά ιδιαίτερο βάρος και από τις συμμετοχές θρύλων της μουσικής. Η Ronnie Spector (των Ronettes), η Maureen Tucker (των Velvet Underground) και ο Martin Rev (των Suicide) προσθέτουν αυθεντικότητα και χαρακτήρα στη ρετρό κατεύθυνση του δίσκου. Ιδιαίτερα η εμφάνιση της Spector στο “Ode to L.A.” αποτελεί μια ωδή στην εποχή των girl-groups με φεμινιστική διάθεση και μοντέρνο λυρισμό.
Κριτική υποδοχή και καλλιτεχνική αξία
Παρόλο που οι κριτικές ήταν μικτές, πολλοί εκτίμησαν τη φιλοδοξία και το αισθητικό άλμα του συγκροτήματος. Η καθαρότερη παραγωγή και η νοσταλγική διάθεση κάποιες φορές σχολιάστηκαν ως «υπερβολικά στιλιζαρισμένες», όμως κανείς δεν αμφισβήτησε την αφοσίωση των Raveonettes στη διατήρηση μιας καλλιτεχνικής ταυτότητας με προσωπικότητα.
Η κληρονομιά του Pretty in Black
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, το Pretty in Black παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα δείγματα της indie σκηνής των 2000s· ένας δίσκος που τολμά να κοιτάξει πίσω χωρίς να παγιδεύεται στη νοσταλγία. Είναι ένας φόρος τιμής στην απλότητα, τη ρομαντική μελαγχολία και την ανάγκη να βρούμε κάτι καινούργιο σε κάτι παλιό.

