Κατόπιν μίας μεγαλειώδους και νοσταλγικής, κατά πολλούς, – μέτριας κατά τον υπογράφοντα- εμφάνισης στο Release αυτό το καλοκαίρι, κάποιων μεταβολών στο line up και, αν μη τι άλλο, της ολοένα και μειούμενης σε αριθμούς καλιφορνέζικης σκηνής, καθώς λίαν προσφάτως οι NOFX αποφάσισαν να το σφυρίξουν, οι εναπομείναντες Dexter Holland PhD και ο γυαλαμπούκας “Noodles”, κυκλοφορούν τη συνέχεια του, κατά πολλούς, μετρίου “Let The Bad Times Roll“.
Προφανώς οι The Offspring δεν χρειάζονται συστάσεις, καθώς από τη σύλληψη τους το 1984, μετά από ένα live των TSOL, σύμφωνα με τον μύθο, είναι συνώνυμοι του εμπορικού punk rock/pop punk, μαζί με τους – σχεδόν – συντοπίτες Green Day. Η παρούσα κυκλοφορία θα μπορούσε να συνοψιστεί στις punk rock ρίζες της μπάντας, σε συνδυασμό με την αέναη τους αναζήτηση για την πιασάρικη μελωδία. Εδώ θα ακούσετε πολλά φαντάσματα του παρελθόντος, ιδίως όσοι είστε παρελθοντολάγνοι, σε πλήρη (σχεδόν) αρμονία με τη μοντέρνα και αρκετά πλαστικοποιημένη παραγωγή, γιατί 2024.
Ήδη από τις πρώτες νότες του δίσκου, η μπάντα δείχνει σε φόρμα, και με περισσότερη – ίσως – πυγμή από την προηγούμενη κυκλοφορία, ρίχνοντας στο τσουκάλι όλες τις δοκιμασμένες συνταγές, με μπόλικη δόση pop «ευαισθησίας». Αυτό γίνεται προφανές από το εναρκτήριο – και ειλικρινέστατο – “Looking Out for #1“, που βγήκε από τα σπλάχνα του υπερεπιτυχημένου “Americana”, το “Light It Up”, που έπεται και θυμίζει κομμάτι του “Ixnay of the Hombre”, με μια δόση belly dancing α-λα “Tehran”, “Me and My Old Lady” κ.τ.λ., το “Make it All Right”, που φωνάζει “Pretty Fly (For a White Guy)” από έτη φωτός μακριά, κ.ο.κ.
Ωστόσο, κάπου το πράγμα αποπροσανατολίζει, καθώς φτάνοντας στο “Truth in Fiction”, ακούγονται όλοι οι Bad Religion αυτού του κόσμου, και ακόμα πιο ακραία ακούγεται η μετάβαση στο thrash metal του “Come to Brazil” που, προφανώς, καταλήγει σε ένα χορωδιακό ρεφρέν, που προσκαλεί τους πάντες στη Βραζιλία, για κάποιο λόγο… Το επιστέγασμα έρχεται με το “Get Some”, όπου οι Offspring αποφασίζουν να μπλέξουν το δικό τους “Bad Habit” με το “Wayward Son” των Kansas…ΟΚ, αρκετά.
Ως προς την παραγωγή, όπως γίνεται μνεία και ανωτέρω, ακούγεται αρκετά πλαστικοποιημένη και ραφιναρισμένη, όπως συμβαίνει στους τελευταίους δίσκους, σε σημείο που πολλές φορές να αναρωτιέμαι για το πώς θα αποδώσει – τουλάχιστον – ο καημένος ο Holland αυτά που έχει ηχογραφήσει. Κατά τα άλλα, όσοι θέλετε με την μπύρα σας να ακούσετε κάτι διασκεδαστικό και επαναλαμβανόμενο, πιστεύω ότι έχετε την κατάλληλη κυκλοφορία στα χέρια σας.
