Άλλη μία Παρασκευή που μαζευτήκαμε στο αγαπημένο An club, για ένα live με τους The Cave Children, 7-Odds και Melt Mountain. Μια βραδιά με τρία εγχώρια συγκροτήματα “διαμάντια”, που ο κόσμος τους το αναγνωρίζει και τους στήριξαν από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ανταπόκριση: Εύη Φιλιππίδη / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου (περισσότερες εδώ)
Με αρκετή καθυστέρηση ανέβηκαν στην σκηνή οι Melt Mountain. Μία μπάντα πολλά υποσχόμενη από αυτά που έχεις ακούσει, αλλά τι γίνεται στις live εμφανίσεις τους; Aνοίγοντας τη βραδιά με το “Deadly Sugar Guest” και με τον ήχο τους στα χειρότερά του, δυσκολεύτηκα αρκετά να ακούσω ένα κομμάτι που τόσο αγαπώ από αυτούς. Η συνέχεια ήταν ίδια, κακός ήχος με αρκετά άγαρμπη σκηνική παρουσία, που σου έδινε την εντύπωση πως ήταν η πρώτη φορά που έπαιζαν. Με λίγα λόγια, είναι ένα συγκρότημα με πολύ καλές συνθέσεις, πολύ καλή φωνή, φαίνεται να έχουν πολύ καλές ιδέες και πολλά να προσφέρουν, αλλά θέλουν δουλειά, πολλή δουλειά, ώστε αυτά που έχουν στο μυαλό τους να μπορέσουν να βγούν προς τα έξω και στα live τους.
Συνέχεια στην σκηνή του An είχαν οι 7-Odds, ένα συγκρότημα που δεν είχα εκτιμήσει ιδιαίτερα, μέχρι που τους είδα από κοντά. Με το που άρχισαν να παίζουν το “People Wanna See”, το ομότιτλο κομμάτι του E.P. τους, αμέσως κατάλαβα πόσο τους είχα αδικήσει. Πέρα από τα ωραία φωνητικά και τον άψογο ήχο τους, η κιθάρα του Πάνου είναι αυτό που με κέρδισε περισσότερο, ειδικά στα σημεία που υπήρχαν solo. Ένα άλλο πράγμα που μου έκανε εντύπωση, ήταν το theremin. Είχα ακούσει πως κάνουν εμφανίσεις μαζί του, αλλά δεν περίμενα να τους ακούσω με έναν τόσο ξεχωριστό ήχο. Το σίγουρο είναι πως η ηχογραφημένη τους δουλειά χάνει πάρα πολύ σε σχέση με την live εμφάνιση τους, αφού από κοντά έχεις τη δυνατότητα να νιώσεις την ζωντάνια και τις δονήσεις που σου προσφέρει η μουσική τους και το garage/surf ύφος τους.
Τελευταίοι βγήκαν οι Cave Children, ένα group που δεν είχα ακούσει ξανά και ήταν η έκπληξη της βραδιάς. Σε πρώτη φάση, κυρίαρχο στοιχείο του ήχου τους ήταν η ψυχεδέλεια, δεν μένει εκεί όμως το μεγαλείο τους, αφού υπήρχαν κάποιες πτυχές από πιο indie, progressive, μέχρι και circus ήχους. Δεν ξέρω από που να αρχίσω και να τελειώσω γι’ αυτήν την μπάντα. Στο μπάσο που δεν σταμάτησε λεπτό να γκρουβάρει; Στα drums που πέρα από άπλετο συναίσθημα, δεν είχαν έλλειψη τεχνικής; Στον κιθαρίστα με τις άρτιες μελωδίες και την απίστευτη φωνή του; Στα πλήκτρα που έδεναν όλα τα παραπάνω, δημιουργώντας τον ξεχωριστό τους ήχο; Ή στο πόσο ζεστοί και φιλικοί ήταν απεναντί μας; Ό,τι και να πω για αυτούς τους τύπους, λίγο θα ‘ναι. Μας έπαιξαν όλο το Quasiland με κομμάτια που ξεχωρίζουν, όπως τα “Pelorian”, “Antigone”, “Pillow Fingers” και “I See Death”, με την απόδοση τους να είναι έξοχη, είτε τεχνικά, είτε υφολογικά και για το τέλος, μας έπαιξαν το “Something” των Beatles, με το κοινό από κάτω να κάνει sing along μαζί τους, κλείνοντας την βραδιά με τον πιο ωραίο τρόπο.









