Η shoegaze μπορεί να είχε υπάρξει φωτοβολίδα στην ανεξάρτητη/εναλλακτική μουσική σκηνή, στριμωγμένη καθώς βρέθηκε μεταξύ των εκπυρσοκροτήσεων μεγατόνων της rave νεοψυχεδέλειας και britpop σε ό,τι αφορά τις Βρετανικές νήσους, ενώ στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού ούτε καν καταχωρήθηκε ως συμβάν εφόσον την ίδια χρονική περίοδο μαινόταν ο τυφώνας grunge.
Παρ’ όλα αυτά εντός των συνόρων γνώρισε ιδιαίτερη εκτίμηση από μεγάλο μέρος του εγχώριου “εναλλακτικού” κοινού, όπως ήταν δυνατό να διαπιστωθεί και από τη συχνότητα εμφάνισης άλμπουμ του ιδιώματος στις διάφορες λίστες εκείνης της μηνιαίας στήλης του Γιάννη Πετρίδη στο ΠΟΠ & ΡΟΚ με τα desert island discs που συνέτασσαν οι αναγνώστες, και που είχε υπάρξει η κυριότερη πηγή προτάσεων για όσα άτομα από εμάς αναζητούσαμε ακούσματα που μπορεί να μην είχαμε προλάβει ή ανακαλύψει διανύοντας την εφηβεία μας στα μέσα των ’90s.
Οι νεότερες γενιές όμως εδώ και μερικά χρόνια την επανακάλυψαν και διέδωσαν στα κοινωνικά μέσα για να γνωρίσει νέα ακμή. Έτσι, όταν λίγο μετά την πανδημία έσκασε μύτη από το πουθενά το αθηναϊκό σχήμα βρήκε απρόσμενα για τα εγχώρια δεδομένα, διότι μια από τις διαχρονικές παθογένειες της Ελληνικής αγγλόφωνης ανεξάρτητης σκηνής είχε υπάρξει η καθυστέρηση υιοθέτησης σύγχρονων τάσεων, πρόσφορο έδαφος. Λίγη σημασία θα είχε η συγκυρία βέβαια αν το “Wanderlust” δεν ήταν τόσο εντυπωσιακή σε κάθε επίπεδο δουλειά, απολύτως αντάξια αν όχι καλύτερη από τις περισσότερες σύγχρονες διεθνώς, ακόμη συγκρινόμενη και με αναγνωρίσιμα μεγαθήρια, αναγεννημένες μπάντες με εμβληματικές κυκλοφορίες εκείνης της πρωταρχικής περιόδου στο βιογραφικό.
Ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις, και το κουϊντέτο των Vana Rose (φωνητικά), Σπύρου Μητροκώστα (κιθάρα), Ηλία Κωστακόπουλου (κιθάρα), Στέφανου Μανούση (μπάσο και πλήκτρα), και Κώστα Αθανασόπουλου (τύμπανα), κυκλοφόρησε και το νέο, δεύτερο άλμπουμ του μέσω του δοκιμασμένου από το ντεμπούτο συνδυασμού ανεξάρτητων εταιριών, της εγχώριας Make Me Happy και της αμερικανικής Shelflife Records, ενώ επανεπιστράτευσε τον πάντα αξιόπιστο Άλεξ Μπόλπαση για την συν-παραγωγή μαζί με τον γνωστό από τη συμμετοχή στους M83, ενος από τα υπεύθυνα για την μετά την αλλαγή της χιλιετίας διατήρηση της shoegaze ζωντανής σχήματα, Jordan Lawlor.
Περισσότερο κι απ’ τον προκάτοχό του, το “LUV” φέρει ξεκάθαρα και με περηφάνεια τις επιρροές των Sugar For The Pill από τη βρετανική shoegaze σκηνή, κυρίως Ride, Chameleons, Lush και Slowdive – από το ομότιτλο κομμάτι των οποίων προέρχεται και η ονομασία της μπάντας -, που συνεπάγεται σιροπιαστά αιθέρια φωνητικά, περιδινιζόμενες σε ζαχαρένια ομίχλη πολυεπίπεδων εφέ παραμορφωμένες κιθάρες, κρυστάλλινα διαυγή πλήκτρα, και rhythm section με ρίζες τόσο στην post-punk όσο και τη νεοψυχεδέλεια του Μάντσεστερ. Ξεδιάντροπα ρομαντικοί, οι Sugar For The Pill δημιουργούν μια ακόμη πιο ονειρική αυτή τη φορά ατμόσφαιρα που μοιάζει να αποσκοπεί να ανακουφίσει από τις υπαρξιακές ανησυχίες τους ακροατές εναγκαλίζοντάς τους με θαλπωρή ανοιξιάτικου λουτρού ηλιαχτίδων.
Μπορεί πλέον, με νέα και πολύ αξιόλογα shoegaze ή έστω παραπλήσιου ήχου σχήματα που αναδείχθηκαν στο διάστημα μεταξύ των δύο άλμπουμ τους ο ανταγωνισμός εντός της ελληνικής σκηνής να είναι πολύ σκληρότερος, αλλά με μια κυκλοφορία σαν το “LUV” οι Sugar For The Pill αποδεικνύουν πως δεν είναι διατεθειμένοι να παραδώσουν εύκολα την πρωτιά.
