Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα που χαρακτηρίζονται τα τελευταία χρόνια από μια σταθερότητα και μια ανοδική πορεία. Ένα από αυτά είναι και οι Soen. Από τα πρώτα χρόνια και το Cognitive με τις πιο progressive επιρροές, ως και τον περασμένο δίσκο τους, το Memorial, έχουν αλλάξει πολλά. Αυτό έχει δύο όψεις: από τη μία υπάρχει η λογική εξέλιξη ενός μουσικού και, κατ’ επέκταση, ενός συγκροτήματος, και από την άλλη υπάρχει η εμπορική ανέλιξη.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το συγκρότημα απαρτίζεται από αρτιότατους μουσικούς, οι οποίοι κάθε φορά καταθέτουν τα διαπιστευτήριά τους. Όσον αφορά το δεύτερο, το συγκρότημα σταδιακά και χρόνο με τον χρόνο γιγαντώνεται, παίζοντας σε όλο και περισσότερα μέρη.
Όλα αυτά ακούγονται καλά ως τώρα. Παρακολουθώντας, λοιπόν, τη φυσική εξέλιξη του συγκροτήματος, παρατηρώ για πρώτη φορά μια στασιμότητα. Θα μου πει κανείς: «Ε, και;».
Η στασιμότητα δεν είναι πάντα απαραίτητα κάτι αρνητικό. Αν τα standards σου είναι ήδη πολύ υψηλά, το να τα διατηρήσεις είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πιο κομβικό σημείο για τους περισσότερους. Για να έρθουμε και στους Soen τώρα, κάποιος που δεν τους έχει ξανακούσει και θα μυηθεί σε αυτούς για πρώτη φορά με αυτόν τον δίσκο, θα βρεθεί μπροστά σε κάτι πολύ όμορφο: δομημένα τραγούδια, επιβλητικά ρεφρέν, φοβερά riffs και τρομερό drumming. Ο Martin Lopez αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο σπουδαίος drummer είναι και πόσο πολύ λείπει από τους Opeth. Η παραγωγή του δίσκου είναι πεντακάθαρη και αψεγάδιαστη, δίνοντας χώρο σε όλα τα όργανα να ακουστούν όπως πρέπει. Ο Joel Ekelöf, για άλλη μία φορά, αποδίδει πολύ καλά στα φωνητικά· ιδιαίτερα στις χαμηλές και μελωδικές του γραμμές είναι φοβερός, τραγουδώντας πάντα με έντονο συναίσθημα. Στα «ψηλά» του αυτή τη φορά νομίζω ότι προσπαθεί λίγο παραπάνω από όσο πρέπει — είναι σαν να το εκβιάζει, κάτι που δεν μου άρεσε και τόσο.
Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο single του δίσκου, ενθουσιάστηκα (όπως πάντα) και έτρεξα να το ακούσω. Ενώ το τραγούδι ήταν πολύ καλό (“Primal”), κάτι με χάλασε. Το ξανάκουσα άλλες δύο φορές και αμέσως σκέφτηκα πως κάτι μου θυμίζει. Βάζοντας, λοιπόν, τον προηγούμενο δίσκο τους, άκουσα ακριβώς το ίδιο μοτίβο: 4 λεπτά διάρκεια, γέφυρα – ρεφρέν – γέφυρα – σόλο – μελωδία – ρεφρέν και τέλος. Στο δεύτερο και τρίτο single συνέβη το ίδιο. Δεν κρύβω ότι απογοητεύτηκα. Ήταν τα τραγούδια καλά; Ναι. Είχαν αυτή τη μαγεία που μου έδινε πάντα η μουσική τους; Όχι…
Όταν πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε ολόκληρος ο δίσκος και τον άκουσα, έπιασα τον εαυτό μου να τον κλείνει στη μέση της ακρόασης. Δεν είχε πια αυτό το «τραβηχτικό», αυτό το κάτι που με έκανε να τους ακούω στο repeat. Του έδωσα ξανά ευκαιρία, τον άκουσα όλο, αλλά πάλι μία από τα ίδια. Δεν λέω, υπάρχουν πολύ καλές στιγμές μέσα στον δίσκο. Νιώθω όμως πως έχουν παγιδευτεί οι ίδιοι σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που αν δεν ξεφύγουν από αυτό, δύσκολα θα αποφύγουν την κατρακύλα.
