Υπάρχουν συγκροτήματα που γεννήθηκαν από τον ήχο μιας εποχής και υπάρχουν εκείνα που τον ξεπέρασαν. Οι Sad Lovers & Giants ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, ποιητικοί, μελαγχολικοί, απροσάρμοστοι. Από το Epic Garden Music μέχρι το Feeding the Flame, έγραψαν τραγούδια που δεν ζητούσαν επιτυχία, αλλά αθανασία. Σαράντα χρόνια μετά, ο ήχος τους εξακολουθεί να αιωρείται ανάμεσα στο σκοτάδι και την ομορφιά, εκεί όπου το post-punk συναντά την ανθρώπινη ευαισθησία. H Χαρά Ευδαίμων μίλησε με τον Garçe Allard, λίγο πριν την εμφάνισή τους στο Gagarin, σε μια κουβέντα που κυλά σαν εξομολόγηση για ότι χάθηκε, ότι άντεξε, και ότι ακόμα φλέγεται.
Καλώς ήρθατε στο RockinAthens, Sad Lovers and Giants! Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένη για αυτή τη συνέντευξη Garçe Allard. Σαράντα χρόνια μετά το Feeding the Flame, ποιο τραγούδι από εκείνον τον δίσκο νιώθετε ότι εξακολουθεί να «καίει» μέσα σας και γιατί;
In Flux. Θυμάμαι να το ηχογραφούμε σε ένα στούντιο στην εξοχή του Cambridgeshire που λεγόταν Spaceward. Είχα τελειώσει όλα τα φωνητικά μου κι ο Tristan είχε να προσθέσει μερικά τελευταία μέρη κιθάρας. Ήταν γύρω στις 4 το πρωί και δουλεύαμε όλη τη νύχτα. Το ακούσαμε και ξαφνικά έπαιξε εκείνο το ριφ που κυριολεκτικά «περπατάει» πάνω στο τέλος του κομματιού, κι εγώ σκέφτηκα «ουάου, δεν ήξερα ότι θα το κάνει αυτό!». Εκείνη η στιγμή αποτύπωσε την ένταση και το συναίσθημα της μπάντας στο βινύλιο. Ήταν το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, ένα υπέροχο τραγούδι για να κλείσει ένας υπέροχος δίσκος κι όμως ήξερα ότι δεν θα ήταν αρκετό για να τραβήξει την προσοχή των μουσικών συντακτών και να «ανεβάσει» το συγκρότημα. Εκείνη η συνειδητοποίηση με σημάδεψε ήταν ο θάνατος κάποιου πράγματος, ίσως της νιότης μου.
Έχετε επιβιώσει από διαλύσεις, σιωπές και αναγεννήσεις. Ποιο ήταν το τίμημα του να μείνετε πιστοί στον εαυτό σας ως συγκρότημα που ποτέ δεν ήθελε να γίνει «εμπορικό»;
Αρχικά, νομίζω πως θέλαμε να γίνουμε «εμπορικοί» αλλά με τους δικούς μας όρους. Με τα χρόνια, αυτό σήμαινε να γράφουμε τραγούδια όπως εμείς θέλουμε, και με το δικό μας ρυθμό που ειλικρινά, μπορεί να είναι παγετωνικός. Θα μπορούσε να πει κανείς πως, μη διεκδικώντας νωρίς μια μεγάλη δισκογραφική, θυσιάσαμε την ευρύτερη αναγνώριση. Από την άλλη, κερδίσαμε μια μακρύτερη, πιο γεμάτη πορεία κι αυτό άξιζε τη θυσία. Δεν υπάρχει βέβαια καμία βεβαιότητα πως θα είχαμε γίνει πιο «αποδεκτοί». Σε μια μεγάλη εταιρεία ίσως να είχαμε χαθεί.
Πώς βιώσατε το post-punk revival μέσα από μια γενιά που δεν έζησε το σκοτάδι των ’80s, αλλά το αναδημιουργεί ψηφιακά;
Το λατρεύω. Έχουν το πλεονέκτημα της αναδρομής και εκτιμούν πόσο καλή ήταν η μουσική των ’80s, γιατί ξέρουν τι ήρθε μετά κι όχι πως όλα όσα ήρθαν μετά ήταν κακά. Εμείς τότε δεν είχαμε ιδέα τι θα φέρει το μέλλον· φτιάχναμε ιστορία. Και είναι υπέροχο να βλέπεις ότι αυτό που δημιουργήσαμε άντεξε στο χρόνο. Αν κοιτάξουμε πίσω, τα ’80s είχαν πράγματι ένα σκοτάδι απεργίες, ταραχές, τον πόλεμο στα Φώκλαντ. Στο τέλος, μεγάλο μέρος της βιομηχανίας μας είχε χαθεί, κάτι μάλλον αναπόφευκτο, αλλά ολόκληρες κοινότητες καταστράφηκαν μέσα σε μια νύχτα. Η απληστία και οι αγορές κυριάρχησαν. Σε τέτοιες εποχές, είναι αξιοθαύμαστο πώς η τέχνη και η μουσική μπορούν να ανθίσουν όπως και σήμερα.

Το “Things We Never Did” έχει γίνει ύμνος μέσα στα χρόνια. Υπάρχουν «πράγματα που τελικά κάνατε», αλλά θα προτιμούσατε να μην είχατε κάνει;
Δούλεψα για χρόνια σε τράπεζα· ήταν μια δουλειά που μπορούσα να κάνω, αλλά δεν με γέμιζε. Τελικά έφυγα και βρήκα δουλειά σε σχολείο, που ήταν πιο ικανοποιητική, γιατί έβλεπα έμμεσα πώς ωφελούνταν τα παιδιά. Το ένα πράγμα που έκανα και εύχομαι να μην είχα κάνει, ήταν να μείνω τόσο πολύ στην τράπεζα. Θα προσθέσω όμως ότι με τη μπάντα έζησα πράγματα που ποτέ δεν πίστευα ότι θα συνέβαιναν: περιοδείες στις ΗΠΑ, συμμετοχή στο SXSW Festival στο Όστιν του Τέξας, και τώρα το νέο ντοκιμαντέρ για το συγκρότημα, για το οποίο υπάρχουν λεπτομέρειες στο https://www.imaginationsadloversandgiants.com/.
Από τις glam και prog ρίζες σας, περάσατε στις σκιές του dream-pop. Ήταν αυτή η μεταμόρφωση καλλιτεχνική αναγκαιότητα ή πράξη αυτοσυντήρησης;
Ξεκίνησα ακούγοντας Roxy Music και T. Rex στα 14 μου, μετά πέρασα στους Genesis και Pink Floyd (που ακόμα ακούω πού και πού). Μετά ήρθε το punk, που σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν να είσαι σπουδαίος μουσικός για να μπεις σε συγκρότημα έτσι η πρώτη μου μπάντα ήταν punk. Ζούσα διπλή ζωή, υπάλληλος τράπεζας τη μέρα, κιθαρίστας στους Suspect Device τη νύχτα. Οι στίχοι που γράφω «στις σκιές του dream-pop» προέρχονται από την επιρροή του Ian Curtis και των Joy Division, που με έκαναν να θέλω να είμαι σε παρόμοιο συγκρότημα, σαν απάντηση στους περιορισμούς του punk. Οπότε η «μεταμόρφωση» από glam σε dream-pop ήταν φυσική εξέλιξη, καθώς μεγάλωνα και προσωπικά και καλλιτεχνικά. Είμαι πολύ χαρούμενος που ανήκουμε στην dream-pop κατηγορία, αν σε αυτήν περιλαμβάνονται οι Cocteau Twins, οι My Bloody Valentine και βέβαια το Strange Times των Chameleons.
Το BBC Peel Session του 1981 έμοιαζε με τελετή μύησης. Θυμάστε τη στιγμή που νιώσατε ότι πραγματικά «ανήκατε» εκεί;
Όταν μας ζήτησαν να κάνουμε το Peel Session, κατάλαβα ότι ίσως μπορούσαμε να πετύχουμε μερικά παιδικά μας όνειρα. Το πήραμε επειδή κυκλοφορήσαμε μόνοι μας τα δύο πρώτα σινγκλ, αλλά θέλαμε να βγάλουμε άλμπουμ και ξέραμε πως δεν γινόταν χωρίς οικονομική στήριξη. Υπογράψαμε λοιπόν στη Midnight Music, εν μέρει χάρη στο Peel Session, και ένιωσα ότι «φτάσαμε» όταν το Epic Garden Music, το πρώτο μας άλμπουμ, μπήκε στα ανεξάρτητα charts. Όμως οι «φύλακες» του μουσικού Τύπου δεν μας εκτίμησαν, και μια υποσχόμενη αρχή έγινε κουραστικός αγώνας.
Όταν παίζατε πάνω από 60 συναυλίες σε εννέα μήνες, ενώ δουλεύατε παράλληλα πλήρες ωράριο, υπήρξε στιγμή που σκεφτήκατε «Δεν μπορώ άλλο»;
Αυτό ήταν το κομμάτι της «ταλαιπωρίας». Σωματικά δεν άντεχα. Μια φορά κατέρρευσα σε σταθμό αυτοκινητόδρομου στις 3 τα ξημερώματα, επιστρέφοντας από συναυλία στο Preston στο Watford. Μην ξεχνάτε ότι εκείνη την περίοδο γράφαμε και ηχογραφούσαμε το δεύτερο άλμπουμ, Feeding The Flame, και κάναμε τις πρώτες ευρωπαϊκές μας εμφανίσεις. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983 ήμασταν εξαντλημένοι. Δεν υπήρχαν εντάσεις στο συγκρότημα· απλώς είχαμε «καεί». Δεν μπορούσα να συνεχίσω και έφυγα μετά τον Dave Wood. Δεν έβλεπα τότε πώς θα προχωρούσαμε.

Υπάρχει κάτι από το Watford που κουβαλάτε πάντα μαζί σας ως σκιά ή ίσως ως παρηγοριά;
Γεννήθηκα στο West Watford, μια ζωντανή, πολυπολιτισμική κοινότητα. Έζησα εκεί μέχρι τα 8 μου και μετά για πέντε χρόνια στην πρώιμη εποχή των SLAG. Αν και το Watford είναι έξω από το Λονδίνο, σκέφτομαι με μητροπολιτικό τρόπο και καλωσορίζω ανθρώπους κάθε κουλτούρας και θρησκείας. Λατρεύω να παίζω στην Ελλάδα, γιατί αισθάνομαι Ευρωπαίος και μου αρέσει να γνωρίζω άλλους Ευρωπαίους που τυχαίνει να είναι Έλληνες. Αυτό είναι, νομίζω, που πάντα θα κουβαλάω από το West Watford.
Σε μια εποχή που κυριαρχείται από playlists και viral ήχους, τι σημαίνει για εσάς η έννοια του άλμπουμ ως ολοκληρωμένου έργου;
Είναι το τέλειο μέσο για να εκφράσεις κάτι που συνδέει μια συλλογή διαφορετικών τραγουδιών. Ένα άλμπουμ μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των κομματιών του. Είναι επίσης ένας πρακτικός τρόπος να κυκλοφορείς και να προωθείς το έργο σου, ακόμα κι αν ελάχιστοι πλέον ακούνε έναν δίσκο ολόκληρο.
Στην αυτοβιογραφία σας γράφετε για «πράγματα που δεν κάναμε ποτέ». Ποιο είναι ένα πράγμα που ακόμη και σήμερα δεν θα τολμούσατε να κάνετε και γιατί;
Δεν θα τολμούσα να κάνω τατουάζ, γιατί θα ήθελα να το «πειράξω» μετά και δεν θα μπορούσα και, επιπλέον, θα πονούσε!
Ο Peter Hook χρειάστηκε κάποτε να πιστοποιήσει την «καλλιτεχνική σας αξία» ώστε να πάρετε βίζα για τις ΗΠΑ. Πώς ήταν το συναίσθημα να πρέπει ένας άλλος μουσικός να σας «νομιμοποιήσει» στα μάτια του συστήματος;

Ήμουν απόλυτα τιμημένος που το έκανε. Μιλάμε για το σύστημα βίζας του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ όχι για τους Αμερικανούς μουσικόφιλους, που ξέρουν ποιοι είμαστε και ότι είμαστε απολύτως νόμιμοι.
Η επερχόμενη εμφάνισή σας στο Gagarin σας φέρνει στη σκηνή μαζί με τους Forever Grey και τους Data Fragments. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να μοιράζεστε τη σκηνή με νεότερα συγκροτήματα που συνεχίζουν το post-punk και darkwave πνεύμα με σύγχρονο τρόπο;
Είναι πολύ σημαντικό, γιατί μας κάνει να νιώθουμε ότι η μουσική μας εκτιμάται και ότι τα χρόνια που περάσαμε γράφοντας και τελειοποιώντας τα τραγούδια μας δεν πήγαν χαμένα άντεξαν στο χρόνο.
Αν μπορούσατε να επιλέξετε ένα συναίσθημα ή μια εικόνα για το κοινό να πάρει μαζί του φεύγοντας από το Gagarin εκείνη τη νύχτα, ποιο θα ήταν;
Αυτή είναι από το τέλος της τελευταίας συναυλίας της αμερικανικής μας περιοδείας το 2016. Έτσι ακριβώς αγαπάμε να παίζουμε για τους θαυμαστές μας κι έτσι ακριβώς θα νιώθουμε μετά τη συναυλία στο Gagarin, στις 15 Νοεμβρίου.

***ENGLISH VERSION***
Welcome to RockinAthens, Sad Lovers and Giants! I’m genuinely thrilled about this interview. Fortyyears after Feeding the Flame, which song from thatalbum do you feel still burns inside you and why?
In Flux. I can remember recording it at a studio in rural Cambridgeshire called Spaceward, I’d done all my vocals and Tristan just had some final guitar parts to add, it was about 4am and we’d been recording all night. We played it and he suddenly laid down that guitar riff that strides over the end of the song and I thought, “wow, I didn’t know he was going to do that!” It sealed the emotional intensity of the band into vinyl, it was the last track on the album, it was a great song to end a great album and yet I knew it wasn’t enough to grab the attention of the music critics and ‘make’ the band. That moment of realisation has stayed with me, It marked the death of something, my youth maybe.
You’ve survived breakups, silences, and rebirths. What has been the price of staying true to yourselvesfor a band that never wanted to become“commercial”?
I think initially we did want to become ‘commercial’ but always on our own terms and over the years that has come to mean writing songs the way we want to write them and at our own pace, which to be honest can be glacial. Over the years I think you could argue that by not trying to get a major deal early on we sacrificed a shot at wider recognition, but equally you could say we gained a longer, more fulfilling career which has been worth the sacrifice, of course there’s no certainty there would have been wider acceptance. I think on a major label we might have been a bit lost.
How did you experience the post-punk revival through a generation that never lived the darkness of the ’80s, yet recreates it digitally?
I love it, they have the benefit of hindsight and they appreciate how good the 80’s music was because they know what came after it, not all of which was bad by the way. We hadn’t got a clue what the future was going to be, we were creating history and it’s great to see that what we created has stood the test of time. Looking back there was a darkness about the 80’s certainly in English society where there were strikes and riots and The Falklands war. In the end much of our manufacturing industry didn’t exist, which was inevitable, but entire communities were destroyed almost overnight. Greed and the markets took over. In times like that it’s amazing how Art and music can flourish as they can today.
Things We Never Did has become an anthem over the years. Are there any “things you eventually did,” but wish you hadn’t?
I worked in a bank for years, which was a job I could do but didn’t find fulfilling. I eventually left and got a job working in a school which was more satisfying because I could see how the children benefitted indirectly from the work I did. The thing I did, but wish I hadn’t was to stay in the bank for so long.I would add that there have been things I have done with the band that I never thought would happen, like touring the US and being asked to showcase at SXSW festival in Austin, Texas. Also making the new documentary about the band, of which details can be found on https://www.imaginationsadloversandgiants.com/
From glam and prog roots, you drifted into the dream-pop shadows. Was that transformation anartistic necessity or an act of self-preservation?
I started off liking Roxy Music and T. Rex as a 14 year old then progressed on to Genesis and Pink Floyd (who I still occasionally listen to) but then punk happened and it meant that you didn’t have to be a great musician to get into a band, so my first band was a punk band. I enjoyed living a double life; bank clerk by day, guitarist in Suspect Device by night. The lyrics I write ‘in the dream-pop shadows’, come from hearing Ian Curtis and Joy Division who made me want to be in a similar band which was an answer to what I saw as the limitations of punk. So the ‘transformation’ from glam to dream-pop was a natural progression as I grew up, both personally and as an artist. I’m very glad to fit into the dream-pop category if by that you include The Cocteaus, My Bloody Valentine and certainly Strange Times, by The Chameleons.
The BBC Peel Session in 1981 felt like a kind of initiation rite. Do you remember the moment yourealized you truly “belonged” there?
I think when we were asked to do the Peel session I realised we had a chance of achieving some boyhood dreams. We got the session because we DIY released our first two singles but we wanted to release an album and realised we couldn’t do that without the financial backing of a record label. We subsequently signed to Midnight Music partly because of the Peel session, and I felt we had arrived when Epic Garden Music, our first album, entered the Independent charts. However the gate keepers of the Music Press didn’t appreciate us and a promising start became a slog.
When you played more than 60 shows in just ninemonths while working full-time jobs, was there ever a moment when you thought, “I can’t go on like this”?
This was the ‘slog’ part. Physically I couldn’t cope with it and on one occasion collapsed at a motorway service station at 3am in the morning driving back to Watford from a gig in Preston. Don’t forget that during this period we also wrote and recorded our second album, Feeding The Flame and did our first European gigs. By September 1983 we were exhausted. There weren’t any tensions in the band, I think we were just exhausted. I couldn’t go on and left after Dave Wood left, I just couldn’t see a way forward.
Is there something from Watford that you always carry with you as a shadow, or perhaps as a form of comfort?
I was born in West Watford which is a vibrant, multicultural community and I lived there until I was 8 and then for 5 years during the early SLAG era. Although Watford is outside London I still think with a metropolitan mindset and I welcome all people of all cultures and faiths. I love playing in Greece because I’m also a European and enjoy meeting other Europeans who happen to be Greek. I believe this is what I will always carry with me from West Watford.
Ιn an era dominated by playlists and viral sounds, what meaning does the concept of an album as a complete body of work still hold for you?
It’s the perfect format for expressing something linking a collection of diverse songs. An album can be more than the sum of its songs. It’s also a convenient way to release and promote an artist’s work even if very few people these days listen to a whole album.
In your autobiography, you write about “things we never did.” What is one thing you still wouldn’tdare to do, even today and why?
I wouldn’t dare to get a tattoo because I would want to tinker with it and I wouldn’t be able to, plus it would hurt.
Peter Hook once had to certify your “artistic value” so you could get a U.S. visa. How did it feel that another musician had to “legitimize” you in the eyes of the system?
I was completely honoured that he did this. Remember we are talking about the US Homeland Security visa system and not the American music fans who know who we are and that we are legitimate.
Your upcoming show at Gagarin brings you on stage with Forever Grey and Data Fragments. Howimportant is it for you to share the stage with younger bands who continue the post-punk and darkwave spirit in a more contemporary way?
It’s very important because it makes us feel that our music is appreciated and the years we have spent writing our songs and perfecting our craft haven’t been wasted and have lasted the test of time.
13. If you could choose one feeling or one image for the audience to take with them as they leave Gagarin that night, what would it be?
This is us at the end of the final gig of our 2016 US tour. This is how much we love playing for our fans and this is how we will feel after playing at Gagarin on 15th November.

