Η σχετική δροσιά του απογεύματος της 10ης Ιουλίου θα αντισταθμιζόταν από το άπλετο καυτό metal που θα μας κερνούσαν οι μπάντες του line-up της τρίτης, αφιερωμένης στο σκληρό ήχο, ημέρας του Release.
Ανταπόκριση: Γιώργος Ξενικουδάκης / Φωτογραφίες: Σπύρος Φατούρος (full photo report)
Η αρχή της γιορτής έγινε με τους Ashes of Ares οι οποίοι με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Matt Barlow και με σύμμαχο τον άψογο ήχο μας ταξίδεψαν στις ένδοξες μέρες της χρυσής εποχής των Iced Earth. Το Ελληνικό κοινό, παραδοσιακά δεμένο με το υλικό τους απόλαυσε ένα mini αφιέρωμα στο “the Dark Saga”, με μικρές επισκέψεις στα “Burnt Offerings” και “Something Wicked This Way Comes”. Οι αντιδράσεις στα “Burning Times” και “I Died for You” θύμισαν εποχές “Alive in Athens”. Ενδιάμεσα ακούσαμε και μερικά δείγματα της δισκογραφίας τους τα οποία “έδεσαν” ηχητικά με το παλιότερο υλικό, με το “The Iron Throne” να ξεχωρίζει. Συνολικά ήταν μία επιτυχημένη εμφάνιση που εκπλήρωσε το σκοπό του ζεστάματος του κοινού.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει τους Saxon στο παρελθόν ξέρουν ότι αποκλείεται να μην δώσουν το 100% και να μην περάσεις καλά στο live τους. Μαζί με τους Motorhead ήταν πάντα μπάντες εγγύηση. Έτσι και στην αποψινή τους εμφάνιση πρόσφεραν απλόχερα ενέργεια και κλασσικό υλικό, κυρίως από την περίοδο 1980 – 1984. Ο ηγέτης Biff, παρά την ηλικία αλλά και τις πρόσφατες περιπέτειες με την υγεία του, οδήγησε το κοινό ως frontman σε μεταλλικό παροξυσμό, χωρίς να κάνει εκπτώσεις φωνητικά.

Γενικά η μπάντα φαινόταν να έχει μεγάλα κέφια αποδίδοντας ύμνους όπως τα “Heavy Metal Thunder”, “Dallas 1 PM” (με σχετική προβολή από τη δολοφονία του Kennedy) και “Power and the Glory”. Προλογίζοντας το “Motorcycle Man” o Biff ανέτρεξε στην εποχή πριν τα smartphones και τα social media, ενώ στο σερί των “Wheels of Steel”, “Crusader” και “Princess of the Night”, η δύναμη της φύσης που λέγεται Nigel Glockler οδήγησε το κοινό σε ανελέητο headbanging. Η μπάντα αποχώρησε μέσα σε επευφημίες, υποσχόμενη να επιστρέψει με νέο album από το φθινόπωρο.

Η επιστροφή της κολοκυθο-ομάδας μετά τη θριαμβευτική εμφάνιση του 2023 και την κυκλοφορία του “Giants and Monsters” αναμενόταν με ενθουσιασμό. Κατά τη μόδα της εποχής τα σκηνικά έχουν αντικατασταθεί από οθόνες προβολών και έτσι η εμφάνιση ξεκίνησε με μία βιντεο-αναδρομή στα 40 χρόνια της μπάντας. Οι πρώτες νότες του “March of Time” συνέπεσαν με την έξοδο των μουσικών στη σκηνή συνοδευόμενης από μέτριο ήχο που βελτιώθηκε πολύ στη πορεία.
Το live ήταν δομημένο με τη μορφή ιστορίας της οποίας αφηγητής ήταν η AI persona του Keeper, που με ένα μάλλον cringy κείμενο, προλόγιζε τα κομμάτια. Η εμφάνιση από άποψη δυναμικής είχε πολλά σκαμπανεβάσματα, κυρίως λόγω του άνισου setlist. Έτσι δίπλα σε ύμνους όπως τα “Future World”, “I Want Out” (με τα πρώτα καπνογόνα και circle pits) και “Ride the Sky” στάθηκαν τα αδιάφορα “This Is Tokyo”, “Into the Sun” και “A Little Is a Little Too Much”, με προφανή σκοπό την προώθηση του τελευταίου album.

Παρόλες τις αδυναμίες του setlist, τόσο ο επαγγελματισμός και η ενέργεια της μπάντας, όσο και η ανεβασμένη διάθεση του κοινού, δημιούργησαν ένα live ισάξιο του προηγούμενου. Πολύ ωραίες εκπλήξεις η προσθήκες των “The King for a 1000 Years” (έπος) και “Twilight of the Gods” (στο οποίο ξαναγίναμε παιδιά), ενώ στο Heavy Metal (Is the Law) το κοινό αποδόθηκε σε ξελαρύγγιασμα αναπαράγοντας την στούντιο έκδοση από το “Walls of Jericho” και βοηθώντας τον συγκινημένο Kai Hansen. Ο Kiske ήταν σχεδόν τέλειος σε δύσκολα κομμάτια όπως το μνημειώδες “Halloween” που ακούστηκε ολόκληρο, ενώ ο Derris έπαιξε τον ρόλο του βασικού frontman.

Η εν λόγω ομάδα φαίνεται να δουλεύει στην εντέλεια κάνοντας το εγχείρημα μάλλον το πιο επιτυχημένο reunion στην ιστορία. Κάθε μέλος είχε το δικό του χρόνο για να πρωταγωνιστήσει με χαρακτηριστικές στιγμές το solo του Weikath στο “A Tale That Wasn’t Right” και του Gerstner στην υπέροχη σύνθεσή του “Universe (Gravity for Hearts)”, ενώ εντύπωση έκανε το drum solo του Löble.
Το encore με τα απανωτά “Eagle Fly Free”, “Power” και “Dr. Stein” (με τις πορτοκαλί μπάλες να αφήνονται στο κοινό) άφησε το κοινό εξουθενωμένο αλλά και πλήρως ικανοποιημένο, ενώ το ρεφρέν του “Keeper of the Seven Keys” αποτέλεσε τον ιδανικό επίλογο σε μια όμορφη μεταλλική βραδιά.

