Για όσους δεν μπορέσαμε να φύγουμε ακόμη το ταξίδι ήρθε σε εμάς. Την περασμένη Παρασκευή, στην Πλατεία Νερού, οι London Grammar, η Aurora και οι Klangphonics μας πήραν μαζί τους σε μέρη μακρινά – χωρίς καν να κουνηθούμε από τη θέση μας. Η απόδραση που χρειαζόμασταν έγινε πραγματικότητα με τις πιο κατάλληλες συνθήκες. Φωτεινά βλέμματα, χαμόγελα, και αύρες που ακτινοβολούν ενώθηκαν για να μας χαρίσουν ένα μαγευτικό βράδυ γεμάτο ένταση.
Ανταπόκριση: Κική Ηλιάδου, Βασιάννα Νταϊλιάνα / Φωτογραφίες: Δανάη Φωκίου
Φτάνοντας στο Release για τη μέρα της χορευτικής, indie και art pop μουσικής συγκυρίας, αντικρίζω αρκετό (χρωματιστό) κόσμο να έχει πιάσει θέση στον ήλιο και στην αρένα, με έντονη την προσμονή της έναρξης – ένα φαινόμενο όχι πολύ συχνό, όσον αφορά το opening act. Οι Klangphonics, το τρίο από τη Γερμανία, τηρώντας το timetable, εμφανίζεται στη σκηνή μέσα σε μια ψαρωτική, electro-ατμοσφαιρική, α λα Berlin, ηχογραφημένη συνθήκη. Η κονσόλα της παραγωγής είναι στημένη να εκτοξεύσει δυναμικές σκληρού house/techno ήχου, ενώ ένας διαστημάνθρωπος κολυμπά στα νερά του videowall.

Η κιθάρα λειτουργεί αντίρροπα, με στοιχεία από τα blues και όλη τη γλύκα και τον πόνο που διαθέτει το είδος, καθώς και πειρακτικά riffs. Τα τύμπανα κροτούν, έχοντας συχνά και τις μαράκες να δίνουν ένα παιχνιδιάρικο χρώμα στο παίξιμό τους, ενώ η μπότα ανακλά σαν echo στην εξέδρα της ηχοληψίας του φεστιβάλ, δίνοντας την ψευδαίσθηση πως χτυπά σαν απάντηση πίσω μας (επίσης σπάνιο ως αίσθηση) – στα συν. “Take your time”, ανάμεσα σε άλλους στίχους/μίνι φωνητικές προτάσεις, ξεπηδούν από τα πρόσωπα της βιντεοπροβολής, κι ένας δίσκος γυρνά, με σφηνάκια-κέρασμα από τη διοργάνωση: μπύρα με γεύση grapefruit. Nice.
Ο κύριος υπεύθυνος του ηλεκτρονικού υπόβαθρου, Markus Zunic, πότε εμφανίζεται ντυμένος με ένα φούξια φόρεμα, “denim needs special treatment” – σαν οδηγίες πλύσης, ενώ στην οθόνη προβάλλεται ένα πλυντήριο· πότε φέρνει ένα πολυβόλο-νεροπίστολο για να δροσίσει το κοινό, πότε εμφανίζει μια ραπτομηχανή επί σκηνής για τις έξτρα λούπες. Ο κόσμος χορεύει άφθονα. Αυτό που παρατηρώ όμως, είναι πως νιώθω τον χρόνο σταθερό· αναρωτιέμαι δηλαδή πόση ώρα ήδη παίζουν, γεγονός που για μένα σημαίνει ότι κάπου αυτό το clubb-άτο τέμπο που συχνά πιάνουν, χρειάζεται περισσότερες εναλλαγές για να μην κουράσει τους μη μυημένους στον ήχο. “Thanks for staying with us in the heat” – τα λόγια πριν μας αποχαιρετήσουν για τη συνέχεια της βραδιάς.

Ο ήλιος έχει ξεκινήσει να δύει, και η εξωτική φωνή της Aurora ξεκίνησε να ηχεί με τις δύο γυναικείες φωνές μαζί της να δημιουργούν τις πιο όμορφες φωνητικές αρμονίες. Και έτσι καταλάβαμε από την αρχή ότι το live που έρχεται θα είναι καθηλωτικό. Οι πρώτοι στίχοι του “Churchyard” ακούγονται και ο κόσμος εναρμονίζεται χωρίς καθυστέρηση. Η ευχαρίστηση ζωγραφίζεται στα πρόσωπα όλων και τα χέρια βρίσκονται στον αέρα μέχρι το τέλος του live! Η αέρινη Νορβηγίδα , με το λευκό της φόρεμα σαν να εμφανίστηκε από άλλο κόσμο , ξεκίνησε να “πετάει” από τη μια πλευρά σκηνή της άλλης σαν νεράιδα. “All is soft inside” ξεκινάει και τον παιχνίδισμα με τους ήχους, τον ήλιο και τα ποικίλα σκηνικά στο background είναι γεγονός.

Μπορεί να μην υπήρχε περιθώριο να μιλήσει αρκετά – ώστε να προλάβει να μας χαρίσει όσο το δυνατόν περισσότερες στιγμές με τη μουσική της – αλλά τις αφιερώσεις τις έκανε ολοκληρωμένα. Το “Through the Eyes of a Child” ήταν ένα αφιέρωμα αποκλειστικά για τα παιδιά της Παλαιστίνης, του Κονγκό και της Συρίας, όπου υπήρξε νεκρική σιγή αποδίδοντας έτσι τη μέγιστη προσοχή που έχρηζε στο θέμα. Ο μεγάλος ήλιος στο background εμφανίστηκε και το “This song is for the gays ” ακούστηκε από τη γλυκιά νεράιδα. “Quindom” στη διαπασών και η σημαία της LGBTQ+ κοινότητας ανέμιζε στα χέρια της. Το πάρτι έχει ξεκινήσει για τα καλά. Οι αφιερώσεις όμως δε σταματάνε εδώ καθώς το “Runaway” αφιερώθηκε σε όλους όσους δε βρίσκονται κοντά στο σπίτι τους με τη συγκίνηση του κόσμου να φτάνει στο αποκορύφωμα.

Με τα hits “The Seed” και “Starvation” φτάνουμε σιγά σιγά προς το τέλος της εμφάνισης με την ένταση των ηλεκτρονικών στοιχείων να καλύπτουν ολοκληρωτικά την ατμόσφαιρα. Αποχαιρετώντας μας γλυκά με το “Giving in to the love” σφραγίστηκε η παρθενική της εμφάνιση στη χώρα μας με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο. Υπό το χειροκρότημα και τις φωνές του κόσμου η Aurora και η παρέα της αποχώρησε με το ” A little Place Called the Moon” να παίζει στο background. Και η αυλαία έπεσε.

Μετά από μια αεικίνητη πολεμίστρια–leader–αερικό σαν την Aurora, η ήρεμη στάση της Hannah Reid, με το “Hey Now”, και η μασίφ, σοβαρή, γειωμένη παρουσία της, ενώ παράλληλα απογειώνει τη συνθήκη, δημιουργεί μια μεγάλη αντίθεση στη θέαση για εμάς και λειτουργεί ως πάτημα στη διαφορετικότητα μιας performance. Πιο ρομαντική ως ντύσιμο–look–παρουσία (μακρύ, λουλουδάτο φουστάνι και τα μαλλιά της πιασμένα κοτσίδα με κορδέλα), ένα προφίλ που ισορροπεί μεταξύ καθηγήτριας μουσικής, ηρωίδας από αγγλική τηλεοπτική σειρά και άριας από μοντέρνα όπερα. Στέκεται σωστή και καθάρια στις εκφάνσεις, αυστηρή και συγκεντρωμένη στον ρόλο της.
Η φωνή της είναι σπουδαία – συχνά στα όρια, επίτηδες ετεροχρονισμένη, ακραία σπουδαγμένη, κρυστάλλινη, αγγελική – και προφανώς το καθοριστικό ατού στον σχηματισμό του ήχου–ηχοχρώματος των London Grammar, ένα blend από ambient, classical και indie-ethereal στοιχεία.

“California Soil” και “Kind Of Man”, κατά το ξεκίνημα, γρήγορα και εύκολα αναστατώνουν το πλήθος, που έχει απόλυτα παραδοθεί στον ήχο τους. “You’re a diamond in the rough”, που ευδοκιμεί εύφορα στη μουσική βιομηχανία και κατακτά αβίαστα τα ραδιοφωνικά κύματα. Ο Dan Rothman αλλάζει την κιθάρα με το μπάσο ανάλογα με την ανάγκη του κάθε κομματιού, ενώ ο Dominic “Dot” Major βρίσκεται περιτριγυρισμένος από set drums, djembe και πλήκτρα. Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, η διασκευή στο “Nightcall” αποτελεί μια ανατριχιαστική εκτέλεση, δίνοντας νέα ζωή/τάση στο ήδη αγαπημένο και πολυδιασκευασμένο track.
Το trip-hop ιδίωμα του “House” είναι ιδιοφυές, υπέροχα συγκινεί το “Hell to the Liars” που θίγει όλα αυτά που βρίσκουμε να αγαπάμε, μέσα σ’ έναν κατακόκκινο και μαυρισμένο ουρανό, θολωμένο από τα φώτα και τους καπνούς. “Lord It’s A Feeling”.

Ένα διάλειμμα για την παροχή βοήθειας σε συνάνθρωπο από το κοινό – τον οποίο εντόπισε και επέμεινε να βοηθήσει η Hannah – σαν να κράτησε λίγο περισσότερο από το αναμενόμενο και σύνηθες, και έτσι, κάπως κλώτσησε τη ροή. Η επιστροφή, κατόπιν, φάνηκε σύντομη με τα επόμενα δύο tracks, για να αποχωρήσουν αθόρυβα αυτήν τη φορά, αφήνοντας το κοινό να ζητά encore. Δεν άργησε πολύ να ακουστεί το τελικό σφύριγμα.
“I have a feeling deep down / You’re caught in the middle” (“Strong”) και (what a way to) “Lose Your Head” για το μεγάλο καληνύχτα τους, μέσα σε μια παλέτα ηχοχρωμάτων που σε έκανε να τους νοσταλγείς ήδη. Ένα “Into Gold” θα ζητούσα εκεί, για μια πιο επικερδή προσγείωση στο φινάλε της βραδιάς – παρ’ όλα αυτά, η σύνδεση είχε ήδη επιτευχθεί και η παρουσίαση είχε πλέον ολοκληρωθεί. Όπως ήταν σχεδιασμένη: to be.
Το φινάλε της βραδιάς μας βρήκε με νέες μόνιμες ρυτίδες ευχαρίστησης, ένα σημάδι επιβεβαίωσης των τόσο όμορφων αναμνήσεων που αποκτήσαμε. Οι London Grammar ανέφεραν “We are who we are, people don’t change”. Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι αλλάζουν αλλά εμείς σίγουρα νιώθουμε διαφορετικά μετά από αυτό το live…

