Το ιδιαίτερο μείγμα καύσωνα, ενθουσιασμού για την εμφάνιση τριών από τα σημαντικότερα σχήματα του progressive metal, και σχετικού μουδιάσματος από την πρόσφατη απώλεια του μεγάλου Ozzy δημιούργησε μια περίεργη ατμόσφαιρα πάνω από την πλατεία Νερού. Το μούδιασμα όμως γρήγορα μετατράπηκε σε γιορτή από τους, περί τους 2000, fans που έφτασαν από νωρίς.
Ανταπόκριση: Γιώργος Ξενικουδάκης / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου
Όντας μεγάλος οπαδός των Haken εδώ και πολλά χρόνια, είχα παραδεχθεί με απογοήτευση, ότι δεν πρόκειται ποτέ να τους δούμε στα μέρη μας. Με την ανακοίνωση της εμφάνισής τους, οι προσδοκίες πήραν φωτιά, ιδιαίτερα και μετά την κυκλοφορία του εξαιρετικού πρόσφατου live album τους (Ο Charlie Griffiths μας μίλησε για αυτό εδώ). Ε, λοιπόν η μπάντα κάλυψε πλήρως τις προσδοκίες μας, και μάλιστα σε εντελώς αντίξοες συνθήκες. Η γκρούβα και η τεχνικότητα συνδυάστηκαν άψογα με τις μελωδίες και τις πολυφωνίες παράγοντας ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Το σύντομο, και μάλλον περίεργο καθώς δεν περιλάμβανε τίποτα από το τελευταίο album τους «Fauna», setlist παρουσίασε όλες τις πτυχές της μουσικής τους ταυτότητας. Σε αυτό συνέβαλε και η δύναμη της φύσης που λέγεται Ross Jennings. Ο σημαντικότερος, για εμένα, prog metal τραγουδιστής αυτή τη στιγμή ήταν σε μεγάλα κέφια, αεικίνητος και δεν έκανε καμία έκπτωση στα φωνητικά. Η ανταπόκριση όσων από το κοινό είχαν τη γενναιότητα να σταθούν στον ήλιο ήταν θερμή. Ολόκληρο το σετ αφιερώθηκε στη μνήμη του Ozzy, ενώ στο φινάλε του «Cockroach King» έγινε και ένα μικρό πέρασμα από το riff του «Iron Man». Ελπίζουμε να τους δούμε σύντομα σε κλειστό χώρο με ολόκληρο το show τους.

Τις προηγούμενες δύο φορές που είχα δει τους Mastodon ζωντανά ο ήχος ήταν τόσο κακός που δεν καταλάβαινα τι άκουγα. Η εμπειρία μου αυτή, σε συνδυασμό με την επεισοδιακή αποχώρηση του Brent Hinds με έκανε να μην περιμένω πολλά πράγματα από τη σημερινή εμφάνισή τους. Διαψεύσθηκα παταγωδώς. Παρακολουθήσαμε μια μπάντα άψογη παικτικά και σε μεγάλα κέφια, πολύ χαρούμενη που παίζει στη Ελλάδα ξανά, καθώς όπως είπαν μας ξέρουν καλά.

Ο ογκώδης ήχος και οι εντυπωσιακές ψηφιακές προβολές στο back ground πλαισίωσαν ιδανικά κομματάρες όπως τα «Tread Lightly» και «The Motherload». Οι ήρωες Troy Sanders και Brann Dailor κατέθεσαν την ψυχή τους με τα φωνητικά στα «Pushing the Tides» και «More Than I Could Chew» (απίστευτη εκτέλεση), ενώ αναμενόμενος χαμός έγινε στα κλασσικά «Crystal Skull» και «Blood and Thunder», με όλη την πλατεία να ουρλιάζει «White whale, holy grail!». Ο δε καναδός βιρτουόζος Nick Johnston προσέφερε απλόχερα αριστοτεχνικά solos στην κιθάρα. Το κλείσιμο ενός άψογου setlist έγινε με μία συναισθηματικά φορτισμένη εκτέλεση του «Supernaut», φυσικά αφιερωμένη στον εκλιπόντα, όπως αυτό εκτελέστηκε στο Βack to the Βeginning στο Birmingham. Οι Mastodon για εμένα πήραν το χρυσό μετάλλιο της βραδιάς.

Δεν ήταν τόσο η επιστροφή των Dream Theater στη χώρα μας, όσο η επιστροφή της ηγετικής φιγούρας του Mike Portnoy πίσω από τα τύμπανα, που μάζεψε το πλήθος, καθώς έπεφτε ο ήλιος, στην πλατεία Νερού. Η αρχή έγινε με την προβολή ενός επικού sci-fi video που περιείχε AI αναπτύξεις των εξωφύλλων των album που έχει κυκλοφορήσει στα σαράντα χρόνια της η μπάντα και μετά μέσα σε ιαχές ο larger-than-life drummer έδωσε το έναυσμα για το «Night Terror” από το πρόσφατο, πολύ καλό, «Parasomnia».

Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή της συναυλίας, είναι καλό να μιλήσουμε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Ο James La Brie στάθηκε ερμηνευτικά όπως ακριβώς περιμέναμε. Προσπάθησε να μην εκτεθεί περιορίζοντας το ύψος ή τη διάρκεια των νοτών που τραγούδαγε. Δεν τα κατάφερνε πάντα, πράγμα που φάνηκε να τον εκνευρίζει από την αρχή της εμφάνισης. Στα πιο αργά και αισθαντικά μέρη ήταν από επαρκής έως καλός, στα γρήγορα και δυνατά, δυστυχώς απαράδεκτος, ερχόμενος σε αντίθεση με την μπάντα που είχε μεγάλη όρεξη και έδωσε το 100%.

Το 2ωρο, δυστυχώς κουτσουρεμένο λόγω των γνωστών θεμάτων με τη δημοτική αρχή της περιοχής, setlist που έστησε ο Portnoy ήταν φτιαγμένο για να γουστάρουν οι οπαδοί της μπάντας. Επισκέφθηκε έτσι γρήγορα το ιστορικό «Scenes from a Memory» με τα «Strange Déjà Vu», «Through My Words» και «Fatal Tragedy» με τη σχετική ανταπόκριση του κοινού, ενώ ακολούθησε η ηχητική γροθιά του «Panic Attack». Η ώρα να πέσουν οι τόνοι ήρθε με μία ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ εκτέλεση του «Hollow Years» από την demo version του 96.

Τα μέλη της μπάντας συναγωνίζονταν στην άψογη απόδοση των εξαιρετικά πολύπλοκων μερών τους, ενώ παράλληλα φαίνονταν να γουστάρουν την αλληλεπίδραση με το κοινό. Ο Portnoy ειδικά φαινόταν πραγματικά χαρούμενος με ένα μόνιμο τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Οι κομματάρες «Midnight Messiah» και «The Dark Eternal Night» δυστυχώς δεν έφτασαν το peak του αντίκτυπού τους στο κοινό, λόγω των θεμάτων με τα φωνητικά που αναφέραμε. Η συνέχεια όμως του live μας αποζημίωσε με μια μαγευτική εκτέλεση του πανέμορφου «Peruvian Skies» το οποίο περιείχε μικρά περάσματα από τα «Wish You Were Here», «Wherever I May Roam» και «Black Sabbath» (ως πρώτος φόρος τιμής).

Το κυρίως set έκλεισε δυναμικά με τα «As I Am» και «Take the Time» (η πρώτη στροφή τραγουδήθηκε από τον Portnoy, ο οποίος έπαιξε και το intro του «Over the Mountain» στο φινάλε για όσους το κατάλαβαν), με το ακροατήριο να έχει πάρει φωτιά και να ανταποκρίνεται στα κελεύσματα του frontman. Το πρώτο encore που μας επεφύλασσε η μπάντα ήταν, για τον γράφοντα, η πιο συγκινητική στιγμή που έχει ζήσει σε live των Theater. O La Brie αφιέρωσε το «The Spirit Carries On» στον Ozzy και ζήτησε από το κοινό να ανάψει τα φώτα των κινητών. Σε αυτό το τραγούδι έδωσε την καλύτερη ερμηνεία του ενώ φάνηκε σε πολλά σημεία να δακρύζει. Η συμμετοχή δε του κόσμου ήταν καθολική. Η όμορφη αυτή στιγμή μάς έκανε να αγνοήσουμε την απόδοσή του στο διάσημο «Pull me Under» που έκλεισε την εμφάνιση.
Ο εγκάρδιος χαιρετισμός της μπάντας (ο Portnoy διέσχισε όλο το μήκος της σκηνής χαιρετώντας τους πάντες) και η υπόσχεση τους να επιστρέψουν την άνοιξη του ’26 μας έκαναν να αποχωρήσουμε με ένα χαμόγελο, πλήρεις μουσικής και συναισθημάτων.

