Όταν οι Rage Against the Machine κυκλοφόρησαν το Renegades τον Δεκέμβριο του 2000, κανείς δεν περίμενε ότι αυτός ο δίσκος διασκευών θα λειτουργούσε σαν αποχαιρετιστήριο κεφάλαιο της αρχικής τους πορείας. Κι όμως, 24 χρόνια μετά, το άλμπουμ παραμένει μια ιδιοσυγκρασιακή στιγμή στη δισκογραφία τους – ένας φόρος τιμής στις ρίζες τους, αλλά και ένας καθρέφτης του τι ήταν η μπάντα πολιτικά, μουσικά και αισθητικά.
Το Renegades περιλαμβάνει διασκευές από 60s garage rock μέχρι hip hop και punk, επιβεβαιώνοντας ότι ο ήχος των RATM ήταν πάντα αποτέλεσμα μιας ευρύτερης μουσικής κουλτούρας και όχι μόνο των riffs του Morello. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά την αποχώρηση του Zack de la Rocha, πράγμα που το καθιστά το τελευταίο studio έργο με την αυθεντική σύνθεση – γεγονός που του προσδίδει έναν ακούσιο «επιτάφιο» χαρακτήρα. Η παραγωγή έγινε από τον Rick Rubin και τον Brendan O’Brien, δίνοντας στον δίσκο έναν πιο “καθαρό” αλλά και στιβαρό ήχο σε σχέση με την ακατέργαστη ένταση των προηγούμενων άλμπουμ. Παρότι πρόκειται εξ ολοκλήρου για διασκευές, πολλές από τις ενορχηστρώσεις γράφτηκαν στο στούντιο από το μηδέν. Ο Morello έχει πει πως έβλεπαν τα πρωτότυπα κομμάτια ως “σχέδια” πάνω στα οποία χτίστηκε νέος ήχος, συχνά ριζικά διαφορετικός. Το διάσημο εξώφυλλο δημιουργήθηκε από τον Aaron Huey και απορρίφθηκαν τέσσερις διαφορετικές εναλλακτικές που ήταν πολύ πιο επιθετικές πολιτικά.
Η διασκευή του “Renegades of Funk” του Afrika Bambaataa αποτέλεσε αρχικά δοκιμή ήχου στο στούντιο και δεν επρόκειτο να συμπεριληφθεί στο άλμπουμ – μέχρι που άρεσε σε όλους περισσότερο απ’ όσο περίμεναν. Το “How I Could Just Kill a Man” ηχογραφήθηκε ζωντανά στο studio σε μία λήψη, ενώ το “Maggie’s Farm” του Dylan είχε αρχικά παίξει ως “πειραματικό jam” σε soundcheck της περιοδείας του Battle of Los Angeles. Η μπάντα είχε γράψει σημειώσεις για κάθε τραγούδι, εξηγώντας την πολιτική του σημασία· η Epic όμως δεν τις συμπεριέλαβε στο booklet, θεωρώντας ότι θα ήταν «υπερβολικά επιθετικές» για εμπορική κυκλοφορία.
Το Renegades ίσως να μην είναι το άλμπουμ που ορίζει τη δισκογραφία των RATM, αλλά είναι ένα έργο που αποτυπώνει ξεκάθαρα το DNA τους: πολιτική στάση, ριζοσπαστικές επιλογές, διασταύρωση ειδών, αδιαπραγμάτευτη ταυτότητα. Ένας δίσκος-χρονοκάψουλα που θυμίζει από πού ήρθαν και γιατί συνεχίζουν να σημαίνουν τόσα πολλά.
