Η 24η Σεπτεμβρίου του 1991 είναι για πολλούς συνδεδεμένη με την κυκλοφορία του “Nevermind” των Nirvana και την έκρηξη του Grunge. Ωστόσο, την ίδια ακριβώς μέρα στη Σκωτία, οι Primal Scream κυκλοφορούσαν τον τρίτο και πιο εμβληματικό τους δίσκο, “Screamadelica”, κάνοντας τη δική τους επανάσταση, συνδυάζοντας τον Rock ήχο με την ηλεκτρονική μουσική. Μια επανάσταση που – σίγουρα – δεν πέρασε απαρατήρητη. Έκτοτε, η μπάντα συνέχισε, βιώνοντας διάφορα ups and downs, και φτάνει στο σήμερα, κυκλοφορώντας τον 12ο δίσκο της, μετά από μεγάλο διάστημα σιωπής.
Αυτό που μπορεί να διακρίνει κανείς από την πρώτη κιόλας ακρόαση του δίσκου, είναι πως η μπάντα δίνει για πρώτη φορά ιδιαίτερη έμφαση στον στίχο, ο οποίος εδώ είναι πιο πολιτικοποιημένος από ποτέ, αφού αγγίζει έντονα θέματα, όπως ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία, το προσφυγικό και ο πόλεμος, πάντα με τον δικό τους χαρακτηριστικό ήχο. Ο ήχος αυτός εδώ κινείται σε διαφορετικά ηχητικά πεδία, αρχικά στη Funk/Soul, με ανεβαστικές στιγμές όπως το “Innocent Money” και το “Love Insurrection”, που κλείνουν το μάτι στον ήχο της Motown, μαζί με το πιο αργό και συμφωνικό “Heal Yourself”. Το “Melancholy Man” έχει έναν πιο Gospel αέρα, που έρχεται σε αντίθεση με το “Love Ain’t Enough”, το οποίο θυμίζει αρκετά τους QOTSA.
Ένα άλλο ενδιαφέρον τραγούδι του δίσκου είναι το “Deep Dark Waters”, με τον σχεδόν Post Punk ρυθμό, την κλασική κιθάρα ως «πλάτη», και τους στίχους που αποδίδουν φόρο τιμής στις αδικοχαμένες ψυχές που έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να αποφύγουν τον πόλεμο στις χώρες τους. Το “False Flags” είναι ένα έντονα αντιπολεμικό τραγούδι, που αφηγείται τη ζωή ενός στρατιώτη που προδόθηκε από την ίδια του την πατρίδα, αφού πρώτα την υπηρέτησε, ενώ το 9-λεπτο “Settlers Blues” που έρχεται στο τέλος, έχει έναν πιο ψυχεδελικό ήχο, με συμφωνικό background, και αφηγείται την ιστορία του με τρόπο που καταφέρνει να μην κουράσει, παρά την 9λεπτη διάρκεια του.
Ασφαλώς, τα μεγαλεία του παρελθόντος φαίνεται να έχουν περάσει, όμως αυτό δεν πτοεί σε καμία περίπτωση τους Primal Scream, οι οποίοι στο “Come Ahead” δείχνουν να έχουν ξεπεράσει την μετριότητα του προηγούμενου “Chaosmosis”, καθώς και το κενό που άφησε η απώλεια του Martin Duffy, ώστε να δημιουργήσουν ένα μωσαϊκό διαφορετικών επιρροών, κρατώντας ωστόσο την προσωπική τους ταυτότητα, και δίνοντας ένα εμπνευσμένο και φρέσκο τελικό αποτέλεσμα, που τιμά το όνομά τους. Αυτό ήταν και το ζητούμενο άλλωστε.
