Το 1996, οι Nightstalker κυκλοφόρησαν το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ της πορείας τους. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένας τρόπος να προβλέψει κανείς ότι το Use θα κατέληγε να θεωρείται μία από τις πιο κομβικές κυκλοφορίες στην ιστορία του ελληνικού heavy rock. Η μπάντα είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του underground με το Side FX EP δύο χρόνια νωρίτερα, όμως το ντεμπούτο της ήταν αυτό που έδωσε ξεκάθαρο σχήμα και κατεύθυνση σε όσα επιχειρούσε από τις αρχές της δεκαετίας. Τριάντα χρόνια αργότερα, το Use ακούγεται σαν ένα στιγμιότυπο μιας εποχής που το ελληνικό rock βρισκόταν σε φάση αναζήτησης. Το εγχώριο underground διέθετε έντονη δραστηριότητα και ισχυρές προσωπικότητες, αλλά η σκηνή που σήμερα περιγράφουμε ως heavy rock ή stoner rock δεν είχε ακόμη αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή. Οι Nightstalker βρέθηκαν στο κατάλληλο σημείο τη σωστή στιγμή, χωρίς απαραίτητα να το επιδιώξουν.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το grunge εξακολουθούσε να επηρεάζει το εναλλακτικό rock παγκοσμίως. Οι Alice In Chains και οι Soundgarden είχαν ήδη αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα, ενώ οι Kyuss, Monster Magnet και Fu Manchu διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά μιας σκηνής που λίγα χρόνια αργότερα θα αποκτούσε σαφή ταυτότητα και πιστό κοινό. Στην Ελλάδα, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά εκπροσωπούσαν το εγχώριο rock σε ευρύτερο επίπεδο, ενώ το metal underground είχε ήδη αποκτήσει διεθνή παρουσία μέσω συγκροτημάτων όπως οι Rotting Christ και οι Septic Flesh. Ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους υπήρχε ένας χώρος που παρέμενε ουσιαστικά ανεξερεύνητος. Οι Nightstalker δεν προσπάθησαν να καλύψουν αυτό το κενό. Απλώς έπαιξαν τη μουσική που ήθελαν να ακούσουν οι ίδιοι. Εκ των υστέρων, αποδείχθηκε ότι αυτή η προσέγγιση ήταν αρκετή για να τους καταστήσει σημείο αναφοράς.
Το Side FX είχε ήδη παρουσιάσει τα βασικά συστατικά του ήχου τους. Τα βαριά riffs, η ψυχεδελική διάθεση, το έντονο groove και η χαρακτηριστική φωνή του Argy ήταν όλα εκεί. Το Use όμως δεν περιορίστηκε στην επανάληψη μιας επιτυχημένης συνταγής. Η μπάντα εμφανίζεται πιο σίγουρη για τον εαυτό της, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στις συνθέσεις και πιο ολοκληρωμένη αντίληψη για το πώς θέλει να ακούγεται. Δεν πρόκειται για έναν δίσκο που προσπαθεί να εντυπωσιάσει μέσω της τεχνικής ή της υπερβολής. Αντιθέτως, η δύναμή του βρίσκεται στην απλότητα και στην αίσθηση ότι κάθε κομμάτι υπηρετεί έναν ξεκάθαρο σκοπό. Ακόμη και σήμερα, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τις βάσεις πάνω στις οποίες χτίστηκαν οι μεταγενέστερες κυκλοφορίες των Nightstalker.
Η παραγωγή του Alex K αποδείχθηκε καθοριστική για τον χαρακτήρα του δίσκου. Αντί να εξομαλύνει τις γωνίες του υλικού ή να το φέρει πιο κοντά στα διεθνή πρότυπα της εποχής, επέλεξε να αναδείξει την αμεσότητα και την ακατέργαστη ενέργειά του. Το αποτέλεσμα παραμένει εντυπωσιακά ζωντανό. Οι κιθάρες ακούγονται ογκώδεις χωρίς να χάνουν τη διαύγειά τους, το rhythm section έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και η συνολική αίσθηση παραπέμπει περισσότερο σε μπάντα που παίζει μπροστά σου παρά στο στούντιο. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που επιτρέπουν στο Use να αντέχει στον χρόνο. Δεν προσπάθησε να ακολουθήσει κάποια παραγωγική μόδα της δεκαετίας του ’90. Παραμένει αυθεντικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο καταγράφηκε.
Η συζήτηση γύρω από το αν το Use είναι grunge, stoner, heavy rock ή ψυχεδελικό rock έχει μικρή σημασία σήμερα. Ο δίσκος αντλεί στοιχεία από όλες αυτές τις επιρροές χωρίς να περιορίζεται σε καμία από αυτές. Οι Black Sabbath βρίσκονται διαρκώς στο υπόβαθρο των riffs. Η ψυχεδέλεια των seventies εμφανίζεται σε αρκετές από τις ατμοσφαιρικές στιγμές του άλμπουμ, ενώ η ένταση και η τραχύτητα του αμερικανικού alternative rock της εποχής είναι επίσης παρούσες. Παρόλα αυτά, το τελικό αποτέλεσμα έχει τη δική του προσωπικότητα. Δεν θυμίζει αντιγραφή κάποιου ξένου σχήματος ούτε προσπάθεια προσαρμογής σε μια συγκεκριμένη σκηνή. Αυτή η αυτονομία είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του δίσκου.
Από το εναρκτήριο “Give Me” γίνεται σαφές ότι οι Nightstalker δεν ενδιαφέρονται να κερδίσουν τον ακροατή με εύκολες λύσεις. Το riff βρίσκεται στο επίκεντρο και η μπάντα χτίζει πάνω σε αυτό μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Το ομώνυμο “Use” αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του άλμπουμ. Συμπυκνώνει σχεδόν όλα όσα αντιπροσωπεύει η μπάντα εκείνη την περίοδο: groove, ένταση και ψυχεδελική διάθεση. Το “Freakland” και το “This Is U” αναδεικνύουν διαφορετικές πτυχές του ήχου τους, ενώ κομμάτια όπως το “Brainmaker” και το “Ghost Song” επιβεβαιώνουν την ικανότητα του συγκροτήματος να δημιουργεί ατμόσφαιρα χωρίς να χάνει τη δυναμική του. Το σημαντικότερο είναι ότι το Use λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο. Δεν πρόκειται για δίσκο που βασίζεται σε δύο ή τρία κομμάτια-κράχτες. Η εμπειρία ολοκληρώνεται μέσα από την ακρόαση ολόκληρου του άλμπουμ, κάτι που σπανίζει όλο και περισσότερο στις μέρες μας.
Ένα στοιχείο που συχνά ξεχνιέται όταν γίνεται λόγος για τα πρώτα χρόνια των Nightstalker είναι ο διπλός ρόλος του Argy. Την περίοδο του Use δεν ήταν μόνο η φωνή της μπάντας, αλλά και ο drummer της. Αυτή η συνθήκη επηρέασε καθοριστικά τον χαρακτήρα των τραγουδιών. Τα grooves του δίσκου έχουν μια φυσικότητα που δύσκολα αναπαράγεται συνειδητά. Δεν μοιάζουν σχεδιασμένα σε χαρτί ή προγραμματισμένα με ακρίβεια. Ακολουθούν τη λογική μιας μπάντας που παίζει συλλογικά και αφήνει τα κομμάτια να εξελιχθούν. Η μετέπειτα πορεία των Nightstalker οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερες επιτυχίες, όμως το Use διατηρεί μια ιδιαίτερη θέση ακριβώς λόγω αυτής της ακατέργαστης αίσθησης.
Όπως συμβαίνει συχνά με δίσκους που προηγούνται της εποχής τους, η πραγματική αξία του Use δεν αναγνωρίστηκε άμεσα. Οι Nightstalker χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να φτάσουν στο επίπεδο αναγνωρισιμότητας που απολαμβάνουν σήμερα. Όταν όμως οι νεότερες γενιές ακροατών άρχισαν να ανακαλύπτουν τη δισκογραφία τους, το Use βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο. Η επανεκτίμησή του δεν οφείλεται στη νοσταλγία. Οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι πολλές από τις ιδέες που αργότερα καθόρισαν το ελληνικό heavy rock βρίσκονται ήδη εδώ, σε πρώιμη αλλά πλήρως αναγνωρίσιμη μορφή.
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη σύγχρονη ελληνική heavy rock σκηνή χωρίς να αναφερθεί στους Nightstalker. Αντίστοιχα, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τους Nightstalker χωρίς να σταθεί στο Use. Ο δίσκος δεν δημιούργησε μόνο τις βάσεις για την πορεία του συγκροτήματος. Συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μπόρεσαν να αναπτυχθούν οι επόμενες γενιές μουσικών. Συγκροτήματα όπως οι 1000mods, Planet of Zeus, Villagers Of Ioannina City, Naxatras και δεκάδες ακόμη ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους, όμως όλοι κινήθηκαν μέσα σε ένα τοπίο που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από δίσκους σαν το Use. Τριάντα χρόνια μετά, η σημασία του δεν χρειάζεται υπερβολές για να αναδειχθεί. Αρκεί μια ακρόαση για να γίνει αντιληπτό γιατί συνεχίζει να αναφέρεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ελληνικές rock κυκλοφορίες της δεκαετίας του ’90. Όχι επειδή αποτέλεσε το εμπορικό αποκορύφωμα των Nightstalker. Αλλά επειδή κατέγραψε τη στιγμή που μια μπάντα βρήκε τη φωνή της και, χωρίς να το γνωρίζει, βοήθησε μια ολόκληρη σκηνή να βρει τη δική της.
