Όταν έγινε γνωστό πως η τραγωδία χτύπησε και πάλι τον Nick Cave αυτή τη φορά με τον θάνατο του γιού του Jethro, αυτό που περιμέναμε οι πιο πολλοί από εμάς, ήταν ένας ακόμη Ambient θρήνος παρόμοιος με αυτόν του “Skeleton Tree” και του “Ghosteen”. Ωστόσο, ο Cave ανέφερε από τη μια πως ο κύκλος της Ambient έχει κλείσει, από την άλλη δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στον ήχο του παρελθόντος κι έτσι όλοι είχαμε την απορία πως θα ακούγεται ο επόμενος δίσκος των Bad Seeds.
“Aμα δεν μπορείς να κλάψεις με την ψυχή σε αυτό το συναίσθημα που σε καταπιέζει, τότε αντίστοιχα δεν μπορείς να διασκεδάσεις το συναίσθημα της χαράς όταν θα έρθει ή το συναίσθημα του γέλιου” είχε πει πριν πολλά χρόνια σε φίλο ο αείμνηστος Θάνος Ανεστόπουλος κι αυτό φαίνεται να συμβαίνει τώρα στην περίπτωση του Nick Cave, ο οποίος το κάνει ξεκάθαρο με τον στίχο “Weve all had too much sorrow, now is the time for joy” στο “Joy” μια από τις λίγες συνθέσεις του δίσκου, που ηχητικά κλείνει στην εποχή του “Ghosteen”, μιας και το “Wild God” είναι περισσότερο Bad Seeds δίσκος από τους 2 προκατόχους του που ήταν αποκλειστική υπόθεση των Cave/Ellis. Ο Ellis βέβαια, εξακολουθεί να είναι ο στυλοβάτης του ήχου της μπάντας και για μια ακόμη φορά τα καταφέρνει παραπάνω από εξαιρετικά. Αρχικά με το εισαγωγικό “Song of the Lake” που σε μένα προσωπικά θύμισε αρκετά μια μοντέρνα εκδοχή των Walker Brothers, το σετάκι που περιλαμβάνει “Wild God” και “Frogs” το πρώτο να μοιάζει λιγάκι με το “Jubilee Street” (οι στίχοι κρύβουν μια αναφορά) από πλευράς κορύφωσης ξεκινώντας χαμηλά και φτάνοντας σε μια ανεβαστική κορύφωση και το δεύτερο μ’ έναν Cave να σε καθηλώνει απλά φωνάζοντας “Lord, kill me in the Sunday rain. Kill me! Kill me in the Sunday rain”. Καθώς κυλάει η ακρόαση έρχεται το “Final Rescue Attempt” που ίσως να μην ακουγόταν ξένο στο “Abbatoir Blues/Lyre of Orpheus” και το “Conversion” που αρχικά σε καλοπιάνει με την ήρεμη εισαγωγή του, για να εξελιχθεί σένα κρεσέντο όπου ο Cave και η χορωδία που τον ακολουθεί, βγάζουν τα εσώψυχα τους δημιουργώντας μια από τις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου.
Φορτισμένο συναισθηματικά και με έναν αέρα soundtrack το “Cinnamon Horses”, ενώ το μπαλαντοειδές “Long Dark Night” έχει μια γεύση Cave των 90’s και πιο συγκεκριμένα “Boatman’s Call”. Μια ακόμη “επίσκεψη” από το παρελθόν έρχεται στο “O Wow O Wow (How Wonderful She Is)”, ένα τραγούδι αφιερωμένο στην πρώην συνοδοιπόρο του Cave στη μουσική και στη ζωή την Anita Lane της οποίας η φωνή ακούγεται στο τραγούδι ηχογραφημένη από μια τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Cave. “Through the window he brings, peace and good tidings to the land” μας λέει ο Cave μαζί με τη χορωδία του στο “As the Waters Cover the Sea” που κλείνει τον δίσκο αφήνοντας ένα συναίσθημα γαλήνης και ελπίδας. Ηχητικά, θα έλεγε κανείς πως το Wild God συγκριτικά με τον προκάτοχο του “Ghosteen” εκτός από λιγότερο θλιμμένο, ακούγεται και λιγότερο φορτωμένο σε διάρκειες και ενορχηστρώσεις, ενώ αξιοσημείωτη είναι η παρουσία του Colin Greenwood των Radiohead που αναλαμβάνει το μπάσο σε ένα μεγάλο μέρος του δίσκου.
Κοιτώντας την πορεία του Nick Cave στο μουσικό στερέωμα από τα αυτοκαταστροφικά χρόνια των Birthday Party μέχρι σήμερα, η πρόοδος και η εξέλιξη του σαν μουσικός και σαν άνθρωπος, είναι οφθαλμοφανείς. Ο Cave γαλήνεψε το θηρίο του παρελθόντος, απάλυνε τον πόνο των τελευταίων ετών και βγήκε αναγεννημένος. Ο καθένας έχει το δικαίωμα είτε να τον αποδοκιμάζει γι’ αυτό, αλλά την εξέλιξη αυτή κανένας δεν μπορεί να την αρνηθεί.
