Λίγα συγκροτήματα μπορούν να καυχηθούν για μια πορεία τόσο μακρόχρονη και επιδραστική όσο οι Saxon. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα, οι Βρετανοί θρύλοι του heavy metal παραμένουν μια ακούραστη δύναμη, συνεχίζοντας να κυκλοφορούν αξιόλογους δίσκους και να προσφέρουν εμφανίσεις αντάξιες της φήμης τους. Με αφορμή την πολυαναμενόμενη επιστροφή τους στην Αθήνα για το Release Athens Festival, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον Brian Tatler, έναν μουσικό που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, τόσο λόγω της ιστορικής του πορείας με τους Diamond Head όσο και της πρόσφατης ένταξής του στους Saxon.
Brian καλησπέρα και ευχαριστούμε για το χρόνο σου. Είναι τιμή μας να σε φιλοξενούμε στο RockinAthens. Οι Saxon επιστρέφουν στην Αθήνα μετά από τρία χρόνια. Η πρώτη σου εμφάνιση με το συγκρότημα ήταν εδώ στην Ελλάδα — πώς ήταν εκείνη η εμπειρία;
Brian Tatler: Ήταν πολύ αγχωτική. Είχαμε κάνει πρόβες στη Γερμανία λίγες μέρες πριν και μετά πετάξαμε στην Ελλάδα. Θυμάμαι που έφτασα στο ξενοδοχείο και έβλεπα την οροσειρά στο βάθος — σκέφτηκα, τι φανταστικό μέρος για ένα φεστιβάλ. Ήταν το Rockwave και οι Deep Purple ήταν headliners. Είμαι θαυμαστής των Deep Purple από το 1973 ή το ’74, οπότε ήταν πραγματική τιμή. Δεν είχα παίξει ποτέ σε συναυλία με τους Deep Purple πριν.
Κατάφερες να συναντήσεις κάποιον από αυτούς;
Brian Tatler: Όχι, δεν πήρα αυτόγραφο ούτε συνάντησα κανέναν τους — αυτοί έκαναν τη δουλειά τους στο τρέιλερ τους και εμείς τη δική μας. Γύριζα εκεί κοντά μήπως τύχαινε να συναντήσω τον Ian Paice ή τον Roger Glover, και έβλεπα τον Simon McBride να του παίρνει κάποιος συνέντευξη. Αλλά ήμουν πολύ συγκεντρωμένος στο τι έπρεπε να κάνω. Έπρεπε να ανέβω στη σκηνή με τους Saxon για πρώτη φορά και να παίξω για μιάμιση ώρα. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να θυμάμαι όλα τα riffs, τις ενορχηστρώσεις, τα σόλο. Ήταν δύσκολο, αλλά τα κατάφερα και ήταν υπέροχα. Το κοινό ήταν φανταστικό — είχα παίξει στην Αθήνα και πριν με τους Diamond Head και είναι πάντα καταπληκτικό. Αλλά ναι, εκείνη η συναυλία ήταν βάπτισμα του πυρός.
Έχεις μια μακρά και σημαντική καριέρα με τους Diamond Head, και τώρα είσαι μέλος των Saxon. Πόσο φυσικά ήρθε για σένα η ένταξή σου στο συγκρότημα;
Brian Tatler: Νομίζω ότι οι Diamond Head και οι Saxon είναι αρκετά παρόμοιοι — έχουμε τις ρίζες μας στο New Wave of British Heavy Metal, και τα δύο συγκροτήματα βασίζονται στις κιθάρες. Άκουγα τους Saxon παλιά και τους είχα δει μερικές φορές ζωντανά. Ήμουν στο πρώτο Monsters of Rock στο Donington το 1980 και οι Saxon ήταν το δεύτερο συγκρότημα. Πήγαν πολύ καλά και θυμάμαι να σκέφτομαι, «αυτοί είναι καλοί». Συναντηθήκαμε σε διάφορες περιστάσεις μέσα τα χρόνια — σε αεροδρόμια, σε συναυλίες. Ο Biff έπαιξε το Motorcycle Man με τους Metallica στην εκδήλωση για τα 30 χρόνια τους στο Σαν Φρανσίσκο, κι εγώ με τον Sean ήμαστε εκεί επίσης, παίζοντας τέσσερα κομμάτια των Diamond Head. Υπήρχε ήδη μια σύνδεση. Μετά το 2018 μπήκαμε στην ίδια δισκογραφική, την Silver Lining, και είχαμε το ίδιο management, οπότε οι τροχιές μας πλησίασαν πολύ. Κάναμε περιοδείες μαζί και τα λοιπά. Οπότε όταν ο Paul Quinn αποφάσισε να κρεμάσει την κιθάρα του, πρέπει να ήμουν στη λίστα τους. Φυσικά και δέχτηκα, και πραγματικά, πραγματικά το απολαμβάνω.
Κοιτάζοντας πίσω στο New Wave of British Heavy Metal — ένιωθες εκείνη την εποχή ότι ήσουν μέρος κάποιου ιστορικού κινήματος; Ή ήταν απλώς μια παρέα συγκροτημάτων που έκαναν αυτό που αγαπούσαν;
Brian Tatler: Κάπου στη μέση, μάλλον. Τότε απλώς μου φαινόταν φρέσκο και συναρπαστικό. Πολλά από τα παλαιότερα συγκροτήματα είχαν φτάσει στο αποκορύφωμά τους γύρω στο 1979, κατά τη γνώμη μου — οι Deep Purple, οι Led Zeppelin, οι Black Sabbath — και ένιωθα ότι ήμαστε ένα φρέσκο κύμα, επηρεασμένο από όλα εκείνα τα απίστευτα κλασικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’70 αλλά με λίγη επιπλέον φωτιά. Νομίζω ότι εκείνη η ενέργεια ήρθε εν μέρει από την πανκ επανάσταση λίγα χρόνια νωρίτερα. Το punk rock σίγουρα με επηρέασε — η στάση, η ενέργεια, η ταχύτητα.
Παρατηρήσαμε ότι αν έπαιζες ένα γρήγορο κομμάτι, έπαιρνες καλύτερη αντίδραση από το κοινό. Έτσι αρχίσαμε να επικεντρωνόμαστε στα γρήγορα κομμάτια, ανοίγοντας με κάτι σαν το Helpless και διατηρώντας την ενέργεια ψηλά καθ’ όλη τη διάρκεια. Αλλά όχι, δεν είχα ιδέα ότι 45 χρόνια αργότερα θα μιλάμε ακόμα για αυτό. Ήταν απλώς υπέροχο που υπήρχαν τόσα νέα συγκροτήματα τριγύρω — οι Def Leppard, για παράδειγμα. Τους είδα στο Birmingham Odeon να κάνουν support στον Sammy Hagar και σκέφτηκα, είναι περίπου στην ηλικία μου και είναι ήδη εκεί πάνω. Ήταν πολύ φρέσκο και συναρπαστικό. Αν και ήμασταν όλοι σε μια άγρια μάχη για να πάρουμε δισκογραφικό συμβόλαιο, γιατί υπήρχαν μόνο οκτώ ή δέκα μεγάλες εταιρείες και εκατοντάδες συγκροτήματα. Μόλις η Phonogram υπέγραψε τους Def Leppard, δεν επρόκειτο να υπογράψει άλλους. Ήταν ένας δύσκολος αγώνας.
Ο τελευταίος δίσκος “Hell, Fire and Damnation” έτυχε εξαιρετικής υποδοχής. Ο Biff έχει αναφέρει ότι νέο άλμπουμ έρχεται σύντομα — μπορείς να μας δώσεις κάποιες λεπτομέρειες;
Brian Tatler: Γράψαμε και ηχογραφήσαμε τον δίσκο πέρυσι και τελειώσαμε περίπου στα τέλη Ιανουαρίου. Έγινε μίξη και παραγωγή από τον Andy Sneap και στη συνέχεια το mastering. Οπότε είναι έτοιμος — είναι στο κουτί. Έχουμε γυρίσει και μερικά video clips και γίνεται δουλειά στο artwork και στις εκδόσεις των βινυλίων, που χρειάζονται περίπου τέσσερις μήνες για παραγγελία. Νομίζω ότι θα βγουν κάποια singles μετά τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, ίσως γύρω στον Σεπτέμβριο, και ο δίσκος θα κυκλοφορήσει πιθανώς τον Ιανουάριο. Αλλά δεν είμαι 100% σίγουρος — αυτά τα αποφασίζουν ο Biff, η διοίκηση και η εταιρεία. Αυτό που ξέρω είναι ότι θα βγει πολύ νωρίς την επόμενη χρονιά.
Μετά από τόσα άλμπουμ, πώς προσεγγίζετε τη δημιουργία setlist; Θα βασιστείτε κυρίως κλασικά κομμάτια ή θα προσπαθήσετε να ισορροπήσετε ανάμεσα σε παλιά και νέα;
Brian Tatler: Εγώ είμαι ο νέος — έχω μόλις τρία χρόνια στο συγκρότημα, οπότε το setlist είναι θέμα του Biff. Έχει πολλά χρόνια εμπειρίας στο να φτιάχνει το τέλειο setlist. Υπάρχουν και νεότερα κομμάτια — ανοίγουμε με το Hellfire and Damnation και παίζουμε το Madame Guillotine. Αλλά ειδικά στα φεστιβάλ, επικεντρώνεσαι στα κλασικά, και οι Saxon έχουν αρκετά από αυτά. Πέρυσι κάναμε μια ολόκληρη περιοδεία παίζοντας ολόκληρο το Wheels of Steel, τον δίσκο του 1980, που είναι τώρα 45 χρόνων. Οπότε το βάρος πέφτει αρκετά στα hits και στα σπουδαία κομμάτια της δισκογραφίας.
Υπάρχει πιθανότητα να ακούσουμε κάποιο κομμάτι από τον νέο δίσκο στη συναυλία;
Brian Tatler: Όχι, καμία πιθανότητα. Ο Biff δεν το κάνει αυτό — μόλις παίξεις κάτι νέο ζωντανά, κάποιος το τραβάει με το κινητό και την επόμενη μέρα είναι παντού στο YouTube. Θα χαλούσε την αίσθηση της πρώτης φοράς που το ακούς σωστά. Τα συγκροτήματα παλιά δοκίμαζαν νέο υλικό ζωντανά — οι Pink Floyd το έκαναν με το Dark Side of the Moon — και στη θεωρία είναι μια εξαιρετική ιδέα. Μπορείς να σφίξεις τις ενορχηστρώσεις ή να αλλάξεις ένα φινάλε που δεν λειτουργεί. Αλλά στις μέρες μας, με τον καθένα να έχει στην τσέπη του μια βιντεοκάμερα, είναι αδύνατο. Θα έχανες εντελώς το στοιχείο της έκπληξης. Οπότε όχι.
Τι σε κρατάει μουσικά ενεργό μετά από τόσα χρόνια; Από πού αντλείς την έμπνευση;
Brian Tatler: Νομίζω ότι είναι απλώς η αγάπη για τη μουσική. Και οι πέντε μας στους Saxon είμαστε γνήσιοι λάτρεις της μουσικής — για αυτό μόνο μιλάμε. Και το ζωντανό παίξιμο είναι πραγματικά συναρπαστικό. Δεν υπάρχει άλλο «High» σαν αυτό. Μπορεί backstage να χασμουριέσαι, εξαντλημένος μετά από τρεις ή τέσσερις συνεχόμενες βραδιές, και τη στιγμή που ανεβαίνεις στη σκηνή, αυτή η κόπωση εξαφανίζεται. Και όσο μεγαλύτερο το κοινό, τόσο πιο πολύ ενισχύεται αυτό το συναίσθημα. Νιώθεις λίγο πιο νευρικός αλλά και λίγο πιο ενθουσιασμένος. Την ημέρα που θα σταματήσεις να το αγαπάς, πρέπει να φύγεις. Αλλά εγώ ακόμα το αγαπάω. Μου αρέσει να κάνω καλή δουλειά — ζεσταίνομαι, εξασκούμαι, φροντίζω να ξέρω κάθε νότα — και υπάρχει μια πραγματική ικανοποίηση όταν κατεβαίνεις από τη σκηνή νιώθοντας ότι ήταν μια υπέροχη βραδιά.
Προτιμάς μικρά venues — clubs με 800 ή 1.000 άτομα — ή μεγάλα φεστιβάλ;
Brian Tatler: Δεν με πειράζει ούτε το ένα ούτε το άλλο, ειλικρινά. Αν είσαι αρκετά τυχερός να παίξεις μπροστά σε 800 άτομα, δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό. Έχω παίξει μπροστά σε δέκα άτομα και μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες. Απλώς προτιμώ να υπάρχει κοινό — όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα. Δεν έχω ποτέ υποφέρει από σοβαρό άγχος πριν βγω στη σκηνή. Έχω διαβάσει για μουσικούς που αρρωσταίνουν κυριολεκτικά από το άγχος πριν από συναυλία, κάτι που ακούγεται τρομερό, αλλά εγώ δεν υπήρξα ποτέ έτσι. Πάντα απολαμβάνω ένα μεγάλο κοινό. Αλλά θα προτιμούσα να παίξω σε 500 άτομα παρά σε 50 οποιαδήποτε μέρα. Μια φορά έπαιξα στις ΗΠΑ με τους Diamond Head και μόνο ένα άτομο πλήρωσε εισιτήριο. Παίξαμε σε ένα άτομο. Αυτό ήταν λίγο απογοητευτικό.
Βλέπεις κάποια συγκροτήματα από τη σημερινή γενιά του metal να αντέχουν τόσο καιρό — να περιοδεύουν και να κυκλοφορούν δίσκους δεκαετίες μετά;
Brian Tatler: Είναι πολύ δύσκολη ερώτηση — είναι σαν να ρωτάς αν μπορείς να δεις 30 χρόνια μπροστά. Πολλά πράγματα μπορεί να κλονίσουν ένα συγκρότημα: να τσακωθούν μεταξύ τους, να τους κόψει η εταιρεία, να τελειώσουν οι ιδέες, να τους πλήξει κακή δημοσιότητα. Νομίζω ότι τα τραγούδια είναι πολύ μεγάλο κομμάτι της εξίσωσης. Πρέπει να γράφεις καλά τραγούδια, να έχεις εξαιρετικό τραγουδιστή και να είσαι αφοσιωμένος στο αποτέλεσμα — στις περιοδείες, στη σύνθεση, στις ηχογραφήσεις. Πρέπει σχεδόν να γίνει ολόκληρη η ζωή σου. Αν δεν τα δώσεις όλα, υπάρχει ένα άλλο συγκρότημα εκεί έξω που θα το κάνει. Με το streaming, η προσοχή αποσπάται πιο εύκολα και είναι δύσκολο να χτίσεις μια τόσο μακροχρόνια καριέρα. Κάποια συγκροτήματα τα καταφέρνουν γρήγορα — οι Sleep Token, για παράδειγμα, έχουν ανέβει πολύ γρήγορα τα τελευταία χρόνια. Αλλά για καριέρες κλασικής κλίμακας; Ειλικρινά δεν ξέρω.
Τι μουσική ακούς τελευταία; Υποθέτω ότι δεν είναι μόνο metal.
Brian Tatler: Φυσικά και όχι. Εξακολουθώ να αγαπάω τα ροκ συγκροτήματα της δεκαετίας του ’70 — τους Led Zeppelin, τους Deep Purple, τους Black Sabbath. Αλλά μεγάλωσα επίσης με Steely Dan, Queen και Eagles. Είχα μια περίοδο που λάτρευα τους U2, τους Crowded House, τους Genesis. Σήμερα, αν βρω ένα νέο συγκρότημα που μου αρέσει, ενθουσιάζομαι πραγματικά. Οι Wytch Hazel μου αρέσουν πολύ. Οι Haken είναι εξαιρετικοί. Παρακολουθώ τους The Warning — γυναικεία μπάντα, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ καλές. Μου άρεσαν οι Greta Van Fleet όταν εμφανίστηκαν — ο τραγουδιστής είναι εντυπωσιακός, έστω κι αν θυμίζει πολύ Led Zeppelin για τα γούστα μου. Οι Rival Sons έχουν φανταστική φωνή. Οι Dirty Honey επίσης. Μόλις βρω έναν καλό τραγουδιστή, μπορώ να τον ακολουθήσω εύκολα, αρκεί τα τραγούδια να με κρατούν συμμέτοχο και να μην είναι προβλέψιμα και βαρετά. Οι Angine de poitrine είναι από τα πιο πρωτότυπα πράγματα που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Πολύ διαφορετικοί. Τα βγάζω πέρα για καμιά δεκαριά λεπτά και μετά μου λείπουν τα φωνητικά. Χρειάζομαι τραγουδιστή. Χρειάζομαι τραγούδι. Βαριέμαι λίγο με τη μουσικοτεχνική επίδειξη, για χάρη της επίδειξης.
Υπάρχουν κομμάτια από την καριέρα σου που τα βλέπεις σήμερα με διαφορετικά μάτια σε σχέση με όταν τα έγραψες ή τα παρουσίασες πρώτη φορά;
Brian Tatler: Νομίζω ότι το Am I Evil? έχει αποκτήσει μια ζωή δική του, κυρίως επειδή οι Metallica το διασκεύασαν. Έχει γίνει σχεδόν η επαγγελματική μου ταυτότητα. Όταν ο κόσμος μαθαίνει ότι το έγραψα, υπάρχει αίσθηση ότι έκανες κάτι αξιόλογο, κάτι που θα μείνει — και είναι ήδη πάνω από 45 χρόνων χωρίς κανένα σημάδι γήρανσης. Εκείνη την εποχή, όμως, ήταν απλώς ένα ακόμα κομμάτι των Diamond Head. Δεν νομίζαμε ότι ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Αλλά εκ των υστέρων, και λαμβάνοντας υπόψη την επιρροή που ασκήσαμε στους Metallica και τόσα άλλα συγκροτήματα, το Am I Evil έχει αποκτήσει κάτι επιπλέον που το κάνει πραγματικά ξεχωριστό.
Τέλος, έχεις κάποιο μήνυμα για το ελληνικό κοινό που περιμένει την επιστροφή των Saxon;
Brian Tatler: Ανυπομονώ πολύ. Παίζουμε στο Release Festival μαζί με τους Helloween και είμαι πολύ ενθουσιασμένος που επιστρέφω στην Αθήνα. Και αυτή τη φορά θα μπορέσω να το απολαύσω πραγματικά — πριν τρία χρόνια προσπαθούσα απεγνωσμένα να μην καταρρεύσω στη σκηνή. Από τότε έχω κάνει περίπου εκατόν τριάντα συναυλίες με την μπάντα, οπότε η μυϊκή μνήμη είναι εκεί και μπορώ να χαλαρώσω. Θα είναι πολύ διασκεδαστικό στις 10 Ιουλίου. Ανυπομονώ.
Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους Saxon, την Παρασκευή 10 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Οι εμβληματικοί Βρετανοί θα βρεθούν στη σκηνή μαζί με τους headliners Helloween, σε μια ανεπανάληπτη βραδιά που ενώνει δύο θρύλους του ευρωπαϊκού metal – δημιουργούς ενός ήχου που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο είδος.
Διάθεση εισιτηρίων:
Τηλεφωνικά στο 211770000
Online / releaseathens.gr + more.com
Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/
Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr
