Το “Daemonosophia” είναι ένας Λαμπρός δίσκος. Παιδεύτηκα πολύ για να βρω την κατάλληλη λέξη, και δε νομίζω και πάλι ότι την βρήκα, αλλά αν έγραφα «Φωτεινός» που είναι αυτό που είχα αρχικά στο μυαλό μου, νομίζω ότι πολύς κόσμος θα σταματούσε εδώ την ανάγνωση. Ας είναι. Όσο ο Magus αρνείται να περικλείσει σε στεγανά και στερεοτυπίες την μουσική του, τόσο δεν προτίθεμαι να το κάνω εγώ για κείνον όσον αφορά τις εντυπώσεις μου. Και όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, και ειδικά τις προακροάσεις όπου δεν έχεις την δυνατότητα να επισκεφτείς το κάθε κομμάτι ξανά και ξανά, αυτό που θεωρώ ότι έχει περισσότερο νόημα να μεταφέρω είναι αυτό ακριβώς, εντυπώσεις.

Ξεκινήστε από το εξώφυλλο. Ο Magus μας έκανε την τιμή να μας εξηγήσει μερικά πράγματα για τον συμβολισμό των τριών μορφών – και προσωπικά θα το αφήσω αυτό στην προσωπική σας ερμηνεία – θα ήθελα όμως να επιστήσω την προσοχή σας στον φωτεινό οφθαλμό στο κέντρο, ακριβώς πάνω από την μοργφή του Εωσφόρου. Εωσφόρος. Lucifer. Αυτός που φέρνει την Αυγή, το Φως. Και σε αυτό το λαμπερό Φώς αισθάνομαι ότι είναι εμβαπτισμένο όλο το “Daemonosophia”.
Πραγματικά, δε ξέρω αν έγινε συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά σε πλήρη αντίθεση με το “Βυσσοδομώντας” το οποίο ήταν μια σκοτεινή κατάβαση στο βάθος – σε πλήρη εναρμόνιση με το εξώφυλλό του και πάλι – ο νέος δίσκος χαρακτηρίζεται σχεδόν στην ολότητα του από μία ανατατική και σχεδόν πεφωτισμένη διάθεση. Το “Pseudoprophetae” που μπάζει τον δίσκο – και είναι αυτό που μάλλον θα έχετε ακούσει κιόλας οι περισσότεροι – λειτουργεί οριακά σαν δούρειος ίππος, δημιουργώντας μια αίσθηση αμεσότητας και οικειότητας πριν ακολουθήσει η πραγματική έκρηξη, μόλις στο δεύτερο κομμάτι και ομώνυμο, όπου ένα μεγαλοπρεπές μπάσιμο, σε συνδυασμό με τις doomy κιθάρες – ω ναι! – και τα υπέροχα γυναικεία φωνητικά, δημιουργούν αυτή την τελετουργική αίσθηση που δίνει αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα στο album.

Το χειμαρρώδες “The Six in Three Is All One” απλά επιτείνει αυτή την εξυψωτική αίσθηση – και θα δώσω εδώ ένα hint ότι ο τίτλος σχετίζεται και πάλι με το εξώφυλλο – ενώ για πρώτη ίσως φορά γίνονται αντιληπτές κάποιες σχεδόν prog διαθέσεις του δίσκου, περισσότερο στην διαστρωμάτωση του υλικού – και θα πούμε κάποια πράγματα σχετικά με την παραγωγή παρακάτω. Το “The Era of Lucifer Rising” αποτελεί ένα κλείσιμο του ματιού στους πιο παλιούς, καθώς αποτελεί μια επανερμηνεία του “The Era of Satan Rising” από Thou Art Lord – και ταιριάζει απόλυτα στην ατμόσφαιρα που χτίζεται – ενώ το “Magia Obscura” αποτελεί ίσως μαζί με το εισαγωγικό “Pseudoprophetae” τις πιο βίαιες στιγμές του “Daemonosophia”. Το οποίο ας μου επιτραπεί να πω ότι σχεδόν επανεκινεί εδώ, δείχνοντας μας άλλο ένα από τα πολλά του πρόσωπα.
Δε ξέρω γιατί τα τρία κομμάτια που ακολουθούν, τα “Amelia”, “The Chapel of Iniquities” και “The Pact” τα αντιλήφθηκα αβίαστα σαν ένα μικρό concept μέσα στην ολότητα του δίσκου. Εντάξει, ας είμαι ειλικρινής, ξέρω. Είναι για αρχή η εισαγωγή του “Amelia” που αποτελεί μία τόσο ευθεία αναφορά στον King Diamond που υπό μία έννοια σε θέτει σε κατάσταση αφήγησης – είναι και το ίδιο το κομμάτι υπέροχα θεατρικό. Είναι και ότι το όνομα Amelia αναφέρεται στο “The Chapel of Iniquities”, οπότε θεώρησα ότι κάτι πάει να γίνει εδώ… Αλλά ο Magus μου το αρνήθηκε, οπότε όχι, δεν έχουμε το πρώτο μας concept εδώ, αν και μου παραδέχτηκε ότι τα δύο προαναφερθέντα κομμάτια συνδέονται, οπότε ας ευχηθούμε στο μέλλον… Για το “The Pact” που ακολουθεί αξίζει να αναφέρουμε τις υπέροχες lead κιθάρες, που σε ένα σχεδόν 70ς ηχόχρωμα – ναι, δε διαβάσατε λάθος – προσθέτουν άλλη μία πινελιά σε αυτό το βιτρώ συναισθημάτων που αποτελεί το “Daemonosophia”.
Και ναι, πάμε… Από όταν διάβασα το track listing, και έπεσα πάνω στον τίτλο “La Llorona Negra” να κλείνει τον δίσκο, ήξερα ότι ο Magus για άλλη μια φορά μας άφησε το καλύτερο για το τέλος… Ένα κομμάτι που μπαίνω σε τεράστιο πειρασμό να σας αφήσω κι εσάς απλά να το ανακαλύψετε, και θα το κάνω εν πολλοίς, ο τίτλος εξάλλου είναι τεράστιο hint, θα πω απλά ότι πρόκειται για άλλη μία έκπληξη και κατά πάσα πιθανότητα η πιο θεατρική στιγμή του άλμπουμ, ένα χτίσιμο και μια σταδιακή αποδόμηση σε μία σχεδόν φολκ φόρμα, που εξελίσσεται σε κάτι που προσομοιάζει με ηχητικό εφιάλτη.

Φτάνοντας στο τέλος, οφείλουμε να πούμε και μερικά πιο πεζά, αλλά σε καμία περίπτωση ασήμαντα πράγματα. Όπως για παράδειγμα την εξαιρετική παραγωγή του George Emmanuel, χρόνια τώρα συνεργάτη του Magus σε διάφορα project, και όπως ο ίδιος μας παραδέχτηκε το τέταρτο, σκιώδες μέλος. Ένα απίστευτο άπλωμα ήχου, με τρομερή ευκρίνεια και ηχητική λεπτομέρεια, χωρίς πουθενά το αποτέλεσμα να γίνεται γυαλισμένο ή πλαστικό… Βασικά πρέπει να το ακούσετε για να το καταλάβετε, οπότε λίγο υπομονή. Ο ίδιος ο George μας εξήγησε ότι ανά κάποια χρόνια επιθυμεί να ανανεώνει τον ήχο του, και ότι το “Daemonosophia” είναι το πρώτο έργο του «νέου» ήχου. Το να πω ότι το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό είναι λίγο.
Έχει μείνει τίποτα να πούμε; Και βέβαια έχει μείνει! Μην ξεχνάμε ότι στο τέλος της μέρας, το heavy metal είναι heavy metal ότι χρώμα και να είναι, οπότε μόνο ευπρόσδεκτη ήταν η χορηγία της Strange Brew που φρόντισε να μας προμηθέψει με δυο ψυγεία μπύρες. Και πού’στε, καλές μπύρες ε; Ελπίζω να ξέρετε τι επιπέδου προϊόν προσφέρει η Strange Brew, και αν δεν ξέρετε δεν έχετε παρά να το ανακαλύψετε και αυτό. Μαζί με το “La Llorona Negra” που λέγαμε πιο πάνω. Μαζί με όλο το “Daemonosophia”. Το οποίο ξέρετε κάτι, αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία λέξη, νομίζω αυτή θα ήταν «Ανακάλυψη». Με κάθε πιθανή έννοια. Τα επόμενα θα τα πούμε όταν κυκλοφορήσει ο δίσκος…

