Όπως είναι επόμενο και λογικό, είναι πολλά τα θέματα που πρέπει να τεθούν πριν προχωρήσουμε σε μια τόσο επίμαχη κριτική:
Οι Linkin Park, μία από τις εμπορικότερες κιθαριστικές μπάντες όλων των εποχών, ξεκινούν μία υπερεπιτυχημένη – εμπορικά τουλάχιστον και λιγότερο δημιουργικά – πορεία, ουσιαστικά από το 1996, με το όνομα Xero. Τον Ιούλιο του 2017, μετά την αυτοκτονία του κουμπάρου του, Chris Cornell, τον Μάιο του ιδίου έτους, ο Chester Bennington, η φωνή των LP, αποφασίζει να πάρει και ο ίδιος τη ζωή του, παλεύοντας επί σειρά ετών με τη βεβαρημένη ψυχική υγεία του και τις καταχρήσεις, αφήνοντας τους πάντες – για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο – μουδιασμένους, και την ίδια την μπάντα αναγκαστικά στον πάγο. Υπήρξαν κάποιες αλληλοκατηγορίες με στόχο τον Mike Shinoda, έτερον ήμισυ του Bennington στις φωνές και ιθύνοντα νου των LP, αλλά πέραν κάποιων επανακυκλοφοριών και κάποιων σόλο του Shinoda, ουδεμία κίνηση υπήρξε από μεριάς της μπάντας που να επιβεβαιώνει τις φήμες επανασύνδεσης, ώσπου δύο μήνες περίπου πριν το παρόν άρθρο, και μετά από κάμποσο δράμα από μεριάς της οικογένειας Bennington κυρίως, οι LP εμφανίζονται ως κεραυνός εν αιθρία στο Youtube, με frontwoman τη session τραγουδίστρια Emily Armstrong, των άσημων έως τούδε Dead Sara.
Για να δέσει το γλυκό, λίγες μέρες κατόπιν της ανακοίνωσης, ο Cedric Bixler – Zavala των At the Drive- in/ Mars Volta αποκαλύπτει στο διαδίκτυο ότι η Armstrong ανήκει σε οικογένεια Σαϊεντολόγων – όπως ήταν και ο ίδιος, άλλωστε, και η σύζυγος του – και μάλιστα φέρεται να συγκαλύπτει κάποια υπόθεση βιασμού στα πλαίσια της οικείας εκκλησίας. Μετά από όλο αυτό το χάος, οι LP ανακοινώνουν κυκλοφορία δίσκου και περιοδεία, χωρίς τη συμμετοχή του κιθαρίστα Brad Delson, ο οποίος θα συμμετέχει μόνο στις ηχογραφήσεις, και του drummer, Rob Bourdon, που αποφάσισε ότι δεν θέλει να έχει καμία εμπλοκή.
Λαμβάνοντας υπ’όψιν όλα αυτά, είναι πασιφανές πλέον ότι κουμάντο στους LP δεν κάνει κανείς άλλος εκτός από τον δραστήριο και επιχειρηματικό νου του Mike Shinoda, πράγμα που ίσως αποτυπώνεται και στον παρόντα δίσκο. Όπως φανερώνει και ο ίδιος ο τίτλος, οι LP θέλουν να ξεκινήσουν και πάλι εκ του μηδενός, κάτι το οποίο είναι αδύνατον για το βάρος του ονόματος που φέρουν, περισσότερο λόγω υστεροφημίας και απήχησης, που δεν θα τους βοηθούσε να κρυφτούν ούτε πίσω από Empire State. Ο ήχος της μπάντας έχει κάνει ένα πισωγύρισμα σε πιο δημιουργικές εποχές, ίσως των πρώτων τριών δίσκων τους, αλλά πλέον τα μέσα είναι όλα στα χέρια τους. Το ουσιαστικά εναρκτήριο “The Emptiness Machine” έχει όλα εκείνα τα στοιχεία του “Meteora”, στην πιο ροκίζουσα εκδοχή τους, και με λιγότερη nu-metal βαρύτητα, και αποτελεί και ένα καλό επιχείρημα για την επιλογή της Armstrong, της οποίας η φωνή είναι όντως η θηλυκή συνέχεια του Bennington, «ξερνώντας» όλη τη χαρακτηριστική βραχνάδα και απελπισία του προκατόχου της.
Το “Cut the Bridge” που ακολουθεί είναι μια πιο pop εκδοχή του “Given Up”, και το καυχησιάρικο “Heavy is the Crown” είναι ένα μείγμα του “New Divide” και του “Faint”. Τα “Casualty” και “Two Faced” είναι γνήσιο, κοφτό nu-metal, παιγμένο στο στυλ των LP, ενώ στο “Overflow” βγαίνει στην επιφάνεια η άκρως pop πλευρά της μπάντας, με τον Shinoda να ραπάρει με τον νέο τρόπο, και την Armstrong να ξεδιπλώνει τις φωνητικές τις ικανότητες. Κάπως έτσι τσουλάει ο δίσκος για 32 λεπτά περίπου, ώσπου η μπάντα κλείνει με την επεξεργασμένη μπαλάντα – και την απίστευτη κορώνα της Armstrong στο κουπλέ – και τον Shinoda να αποτίει φόρο τιμής και πάλι στον Drake και τον Mac Miller. Μια rap metal μπάντα στηριγμένη στο σκληρό βιομηχανικό ήχο των Nine Inch Nails και στις οξείες μελωδίες των Deftones έφτασε μέχρι εδώ, πράγμα που το λες και κατόρθωμα.
Στο δια ταύτα λοιπόν: Ο Mike Shinoda… εεε συγγνώμη, οι Linkin Park, έκαναν μια επιχειρηματική κίνηση-ματ για τα δεδομένα της εποχής, προσλαμβάνοντας καινούργια τραγουδίστρια και πιάνοντας το σύστημα στον ύπνο, καθώς δεν έχουν επανέλθει άπαντες από το σοκ της επαναφοράς και τις συνέπειες του. Ηχητικά το κάνουν να ακούγεται σαν να είναι 2004, οπότε ενέχει κάποια νοσταλγία το εγχείρημα, και έχουν όλη την τράπουλα στα χέρια τους, ως η νούμερο ένα σκληρή μπάντα στο στερέωμα. Έκαναν κάτι δραματικά διαφοροποιημένο; Η απάντηση είναι όχι, απλά η παραγωγή είναι προφανώς (και πάλι) για Νόμπελ. Εμένα υπό άλλες συνθήκες θα με έπειθαν. Εσάς;
