Θα τολμήσω να πω ότι ο Jesse Leach και η παρέα του είναι σε μεγάλο βαθμό ένας από τους λόγους που ο σκληρός ήχος συνέχισε να υπάρχει και να εξερευνά καινούριες διαδρομές στα 00s. Οι ίδιοι δε είναι μία μοναδική περίπτωση συγκροτήματος που κατάφεραν να πάρουν τη σκυτάλη από την Ευρώπη των 90s, τον πρωτοπώρο για την εποχή ήχο των At The Gates και των In Flames, και να δημιουργήσουν κάτι δικό τους που ενέπνευσε τους επόμενους. Το ξέρω και εγώ, το ξέρεις και εσύ. Εστιάζω στον Leach, ως μία μοναδική περίπτωση ανθρώπου που παρά τα προβλήματα υγείας του (σωματικής και ψυχικής), είναι εδώ, δημιουργεί, δεν παραδίδει τα όπλα και δίνει μαθήματα ζωής με κάθε του performance, ζωντανό ή στουντιακό.
Και θα κάνω εδώ μία μικρή νύξη για το θέμα της ψυχική υγείας. Μιλώντας εκ πείρας, πρέπει να είσαι λίγο broken inside για να κολλήσεις με αυτό το φάσμα της μουσικής. Όλοι είμαστε άλλωστε, αλλά η δική μας θεραπεία, είναι το shock value αυτής της μουσικής. Πρέπει σε κάποιο σημείο της ζωής να σκέφτηκες να παραδώσεις τα όπλα, να κουράστηκες, να ένιωσες άδειος. Και εδώ οι Killswitch Engage πρωτοπορούν σε θεματολογία. Η επιθετική τους αισιοδοξία, μπορεί να ποτίσει και τον πιο απελπισμένο εικοσάρη εκεί έξω που έχει να αντιμετωπίσει έναν κόσμο που δείχνει να τελματώνει, να βγει από τα ερείπια της πρώην βιομηχανικής ζώνης που οι άνεργοι γονείς του κάποτε πήγαιναν για δουλειά και να φωνάξει παρών, έτοιμος να πάρει τη ζωή στα χέρια του γιατί δεν έχει τίποτε άλλο να χάσει. Είτε αυτός ο νέος είναι από το Rust Belt των Η.Π.Α είτε από το Βορρά της Αγγλίας, για να μεταφέρω κάτι πιο οικείο σε εμένα.
Ως τέτοια εισαγωγή λειτουργεί το “Unleashed” σε ένα δίσκο που δικαίως μπορούμε να πούμε ότι είναι μία από τα ίδια, από ένα συγκρότημα που έχει δημιουργήσει ένα δικό του ύφος και το καλλιεργεί με τέχνη εδώ και χρόνια. Στακάτα riffs, μερικά γρήγορα thrashy περάσματα συνοδευόμενα από τη φωνή του Leach στα σκληρά της με την πρέπουσα εναλλαγή σε arms open wide μελωδίες με τον Leach (ή τον Howard Jones παλαιότερα) να αλλάζει τη φωνή του αναλόγως και τις απαραίτητες δισολίες, διάσπαρτες εδώ και εκεί. Ποιος δεν έχει άλλωστε χτυπηθεί με το δωμάτιο να είναι μικρό να τον χωρέσει με τραγούδια όπως το “The End of Heartache” ή το “My Last Serenade”;
Το “Atonement” προσφέρει άπλετες τέτοιες στιγμές που ο μόνος λόγος, κατά τη γνώμη μου, δε θα θεωρηθούν εφάμιλλες είναι η έλλειψη αιφνιδιασμού. Ξέρεις πια τι να περιμένεις από δαύτους. Οι συνεργασίες με Howard Jones και Chuck Billy στα “The Signal Fire” και “The Crownless King” δείχνουν το σεβασμό της μπάντας στη δική της ιστορία αλλά και στα origins των μελών της.
Η δε μεγάλη αντίθεση με τα “Incarnate” και “Disarm the Descent” είναι η αντίστροφη διαδρομή του δίσκου σε ποιότητα vs track list. Στα δύο τελευταία album τους οι Killswitch Engage παίζουν τα χαρτιά τους νωρίς και πάνε πίσω σε business as usual τακτικές για να τελειώσουν τη δουλειά. Εδώ, τα ωραία αρχίζουν κάπου αργότερα. Το “I Am Broken Too” είναι ένα αριστούργημα στιχουρχικό και μουσικό. Όχι, η θεματολογία δεν είναι δράκοι, μάγισσες, αλητεία, σεξ, βία, ναρκωτικά.
Παραθέτω τους στίχους για τα πρακτικά:
“I keep making the same mistakes, just to feel alive again
It’s the only way to break on through
So stop numbing all the pain
‘Cause it just won’t go away”
Ιστορίες προσωπικές, σκοτεινές που πρέπει να βγαίνουν έξω με έναν τρόπο καθαρτικό, ασυμπλεγμάτιστο και ευθύ. Συνεχίζοντας την ακρόαση, το “As Soon as the Sun Will Rise”, θα σε αναγκάσει να διακόψεις για μερικά repeats. Είναι μόνο 2:48 σε διάρκεια το διαολεμένο. Αν ένα τραγούδι σε πάρει με το χεράκι σε live τους, υπό την προϋπόθεση ότι το Atonement είναι η πρώτη σου επαφή με τους KsE, θα είναι αυτό.
Οι Killswitch Engage είναι σαν τον μποέμ ξάδερφο που βλέπεις μία φορά στα δύο χρόνια αλλά μερικές του ατάκες, δύο-τρεις παροτρύνσεις σου έχουν αλλάξει τη ζωή ακόμη και αν μη του δίνεις ανοιχτά το credit. Και πάντα θα χαρείς να τον δεις από κοντά. Παρά το γεγονός ότι ο σύγχρονος σκληρός ήχος τους χρωστάει πάρα πολλά (θα τολμήσω να πω την επιβίωσή του), δεν έχουν ποτέ συμπεριφερθεί ως ντίβες και, σε προσωπικό επίπεδο, όσες φορές τους έχω δει από κοντά, πάντα εκφράζουν μία αίσθηση ενότητας και αισιοδοξίας και δίνουν όλο τους το είναι, ακόμη και όταν μπορεί αδίκως να είναι δεύτερο όνομα σε double bill. Η δε προσέγγισή τους σε αυτό που κάνουν, η επιθετική, “I’m ready to take on the fuckin’ world” αισιοδοξία τους, θα σε σηκώσει από το χέρι όταν το χρειάζεσαι, χωρίς να σε πατρονάρει με feel good ιστορίες για τον έρωτά τους με κάποιο κοριτσάκι από την Ιρλανδία. Και, ναι, κατάφερα σε κριτική για τους KsE να κράξω τον απόλυτο φελό που ακούει στο όνομα Ed Sheeran καθώς για μία ακόμη φορά το κινητό μου παίζει το “As Sure As the Sun Will Rise”, λίγο πριν τσεκάρω ότι η δίχρονη κόρη μου κοιμάται.
