Η επιστροφή των Jethro Tull στην Αθήνα είχε όλα τα στοιχεία μιας ιστορικής βραδιάς: ιδανικές συνθήκες, ένα σχεδόν γεμάτο Θέατρο Λυκαβηττού και έναν Ian Anderson που, παρά τα χρόνια, συνεχίζει να κινείται με την ενέργεια και τη γοητεία ενός πραγματικού πρωτοπόρου. Το τοπίο στον λόφο έδινε ήδη μια αίσθηση γιορτής με το αεράκι, την καθαρή ατμόσφαιρα και το ηλιοβασίλεμα που έσβηνε σιγά σιγά πάνω από την πόλη να δημιουργούν το τέλειο σκηνικό για την έναρξη.
Ανταπόκριση: Κυριάκος Κωνσταντίνου / Φωτογραφίες: Σπύρος Φατούρος
Στις 20:30 ακριβώς, με την ακρίβεια που χαρακτηρίζει τους πραγματικά μεγάλους επαγγελματίες, τα φώτα έσβησαν και το κοινό υποδέχθηκε τη μπάντα με χειροκροτήματα. Προτού ξεκινήσει η πρώτη νότα, ο Ian Anderson, μιλώντας από το backstage, ζήτησε από το κοινό να αφήσει για λίγο στην άκρη τα κινητά και τις φωτογραφίες, δίνοντας προτεραιότητα στη βιωματική εμπειρία. Ήταν μια απλή αλλά ουσιαστική κίνηση: μια υπενθύμιση ότι η μουσική, όταν βιώνεται με όλες τις αισθήσεις, γίνεται ιεροτελεστία.

Το πρώτο σετ λειτούργησε ως ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο. Από τα πρώιμα Some Day the Sun Won’t Shine for You και Beggar’s Farm, μέχρι το ατμοσφαιρικό A Song for Jeffrey και το αξεπέραστο Thick as a Brick, η μπάντα έδωσε ένα μάθημα για το πώς χτίζεται ένα σετ με ισορροπία και ροή. Το Mother Goose έφερε μαζί του μια αίσθηση νοσταλγίας, ενώ τα Songs From the Wood και Weathercock πρόσφεραν την παραδοσιακή folk διάσταση των Jethro Tull, αποδεικνύοντας πόσο δεξιοτεχνικά μπορούν να συνδυάσουν διαφορετικά μουσικά ιδιώματα. Η μετάβαση σε νεότερα κομμάτια όπως The Navigators και Curious Ruminant ήταν ομαλή, δείχνοντας ότι η δημιουργικότητα του Anderson δεν περιορίζεται στο παρελθόν αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Το πρώτο σετ έκλεισε με τη φοβερή διασκευή της μπάντας στην Bourrée in E minor (μέρος της σουίτας για λαούτο BWV 996 του μεγαλύτερου μουσικού που πάτησε το πόδι του στη γη, του J.S. Bach), η οποία λειτούργησε σαν γέφυρα ανάμεσα στη λόγια και τη ροκ μουσική, μια υπενθύμιση της κλασικής παιδείας που κουβαλά πάντα η μπάντα.

Μετά από ένα διάλειμμα 20 λεπτών, υπό το αινιγματικό βλέμμα του Anderson που προβαλλόταν στη γιγαντοοθόνη, το δεύτερο σετ ξεκίνησε με το My God, ίσως ένα από τα πιο φορτισμένα κομμάτια του ρεπερτορίου τους. Η εναλλαγή παλαιών και νέων συνθέσεων (The Zealot Gene, The Donkey and the Drum, Over Jerusalem) φανέρωσε μια μπάντα που όχι μόνο τιμά την ιστορία της αλλά παραμένει ζωντανή δημιουργικά. Η κορύφωση ήρθε με το επικό Budapest και το εμβληματικό Aqualung σε ένα “remix” κατά κάποιον τρόπο που έδωσε έναν άλλο αέρα στο κομμάτι – σήμα κατατεθέν της μπάντας. Το encore, με το Locomotive Breath, ήταν η τελική απογείωση: ο Anderson έδωσε το “ok” για βιντεοσκόπηση, σαν να ήθελε να αφήσει στον κόσμο την άδεια να κρατήσει ζωντανή την ανάμνηση αυτής της στιγμής.

Στο κέντρο όλων αυτών, ο Ian Anderson έδειξε για άλλη μια φορά γιατί θεωρείται μία από τις λίγες μουσικές ιδιοφυΐες: κινήθηκε με άνεση ανάμεσα σε φλάουτο, φυσαρμόνικα, κιθάρα και φωνητικά, ενώ ο τρόπος που χόρευε, έκανε στροφές και διαρκώς επικοινωνούσε με το κοινό απέδειξε ότι δεν πρόκειται απλώς για έναν θρυλικό μουσικό, αλλά για έναν πλήρη περφόρμερ. Η μπάντα που τον πλαισίωνε λειτούργησε άψογα, στηρίζοντας με ακρίβεια αλλά και προσωπικό χαρακτήρα κάθε κομμάτι. Ο ήχος ήταν πεντακάθαρος, αναδεικνύοντας όλες τις λεπτομέρειες – από τα πιο διακριτικά περάσματα του φλάουτου μέχρι τα εκρηκτικά riffs της κιθάρας.
Ένα μπράβο στη διοργάνωση, καθώς υπήρξε αρκετή μέριμνα στη διαχείριση της προσέλευσης και αποχώρησης του κόσμου από το venue (φρόντισε μέχρι και για τη μεταφορά του κοινού με mini bus προς το θέατρο), κάνοντας την εμπειρία πιο άνετη. Η βραδιά αυτή δεν ήταν απλώς μια συναυλία, ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση της αντοχής και της διαχρονικότητας των Jethro Tull. Μια μουσική γιορτή που ένωσε γενιές, απέδειξε ότι η τέχνη μπορεί να ξεπερνά δεκαετίες και μας έκανε όλους να κατέβουμε από τον λόφο με την αίσθηση ότι γίναμε μάρτυρες σε κάτι πραγματικά σπάνιο. Και του χρόνου, θα πω εγώ.

