Οι inner:i είναι ένα heavy prog τρίο που εδρεύει σε Αθήνα και Βόλο. Δημιουργήθηκε πριν από δύο χρόνια και αποτελείται από τους Χριστόφορο Ραζή, Σπύρο Χαρμάνη και Αντώνη Καναρά – όλοι τους πρώην μέλη γνωστών συγκροτημάτων της ελληνικής underground σκηνής όπως 4LT, Madleaf, Minorfase, None Other κ.α. Τον προηγούμενο μήνα, κυκλοφόρησαν το πολύ ελπιδοφόρο ντεμπούτο τους “Lavender” και στη συνέντευξη που παραχώρησαν στον Άρη Ζαρκαδάκη, λύνουν όλες τις απορίες μας για τη δημιουργία του.
Οι inner:i δημιουργήθηκαν από μουσικούς με ήδη πλούσιο παρελθόν στην underground σκηνή. Τι ήταν αυτό που σας έφερε μαζί σε αυτό το νέο project;
Μάλλον η μοίρα (γέλια). Το project αυτό χτίστηκε με αργούς ρυθμούς, χωρίς πίεση και πάνω σε ένα πολύ ωραίο vibe. Και οι τρεις μας, είχαμε περάσει από διάφορα σχήματα και φάσεις και πέρα από την εκτίμηση που είχαμε ο ένας για τον άλλον μουσικά, αναπτύχθηκε εν καιρώ και μια φιλική σχέση. Επομένως από τη μία υπήρχε το πολύ ωραίο κλίμα και οι εμπειρίες του καθενός από εμάς και από την άλλη η επιθυμία και η ιδέα να δοκιμάσουμε κάτι πιο προσωπικό και ειλικρινές που να μας εκφράζει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Πώς θα περιγράφατε τη μουσική ταυτότητα των inner:i σε κάποιον που ακούει τη μπάντα για πρώτη φορά;
Τη μουσική μας θα την περιγράφαμε ως ένα heavy rock μείγμα με prog και alternative στοιχεία. Δεν τα πηγαίνουμε και πολύ καλά με τις ταμπέλες είναι η αλήθεια, μοιραία όμως κάπως πρέπει να μπορείς να περιγράφεις τη μουσική σου. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι η δυναμική και η ατμόσφαιρα και κάθε τραγούδι να μπορεί να σε πάει π.χ. από κάτι πολύ βαρύ και ωμό, σε κάτι πιο εσωτερικό και ατμοσφαιρικό, χωρίς να χάνει τη συνοχή του.
Tο «Lavender» είναι ένα ιδιαίτερα ώριμο ντεμπούτο. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να πάρει την τελική του μορφή;
Υπήρχαν κάποιες συνθέσεις σε πρώιμο στάδιο αρκετά χρόνια πριν την δημιουργία της μπάντας στη τωρινή της μορφή, οι οποίες επαναπροσδιορίστηκαν και ζυμώθηκαν μέσα στο χρόνο με αποτέλεσμα τα τραγούδια του “Lavender”.
Αν και δεν πρόκειται για αυστηρά concept album, υπάρχει μια έντονη θεματική συνοχή. Ποια συναισθήματα ή σκέψεις θέλατε να αποτυπώσετε μέσα από τον δίσκο;
Το βασικό concept πίσω απ’ το “Lavender” ειναι η ασφυξία που νιώθουμε, εσωτερική, συναισθηματική αλλά και κοινωνική. Ασφυξία που είτε προκαλείται από εξωτερικούς παράγοντες αλλα πολλές φορές και απο τον ίδιο μας τον εαυτό, το οποίο αποτυπώνεται τέλεια και στο εξώφυλλο του δίσκου το οποίο είναι μια δημιουργία της Τζοβάνας Σπίλιου.

Ο ήχος σας ισορροπεί ανάμεσα στο heavy στοιχείο και την progressive προσέγγιση. Ποιες μπάντες ή καλλιτέχνες έχουν επηρεάσει περισσότερο αυτή τη συνθετική κατεύθυνση;
Οι επιρροές μας ειναι απο τους King Crimson και τους Mars Volta μεχρι τους Tool και τους Meshuggah και απο τον Ennio Morricone και τον Miles Davis μεχρι τους Massive Attack και τους Portishead,θα μπορούσαμε να μη σταματήσουμε να λέμε μπάντες και ανθρώπους που μας έχουν επηρεάσει. Γενικά είμαστε τρεις άνθρωποι που ακούνε πολλά και διαφορετικά πράγματα και δεν θέλουμε να το περιορίσουμε αυτο στην μουσική που γράφουμε.
Πώς προσεγγίζετε τη σύνθεση; Ξεκινάτε από ένα riff, μια ατμόσφαιρα ή μια πιο αφηγηματική ιδέα;
Απο οτιδήποτε μπορεί να μας εμπνεύσει. Αυτό μπορεί να είναι μια εικόνα ,μια ταινία ή μια συζήτηση. Το κομμάτι της σύνθεσης ειναι κατι πολυ εσωτερικό που δεν εξηγείται εύκολα. Κάποια κομμάτια ξεκίνησαν από ένα riff όπως το Milestone ενώ κάποια οπως το Falling ξεκίνησαν πρώτα από το στιχουργικό concept.
Η παραγωγή του album είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να αποδοθεί σωστά η δυναμική του ήχου στο στούντιο;
Ήταν από τα πιο σημαντικά πράγματα για εμάς και ίσως και το πιο δύσκολο. Επειδή υπάρχουν αυτές οι εναλλαγές δυναμικών, από πολύ ήσυχα και ατμοσφαιρικά σημεία, μέχρι full heavy ξεσπάσματα, θέλαμε όλο αυτό να αναπνέει, να έχει δηλαδή αυτή τη live αισθητική και να αποτυπωθεί με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο στο στούντιο. Γι αυτόν το λόγο τα τύμπανα π.χ. έχουν τελείως φυσικές πηγες, κατι το οποίο σπανίζει στις περισσότερες παραγωγές σήμερα, και ο Σπύρος εκανε την μιξη έτσι ώστε να αποδοθεί η ατμοσφαιρα που θέλαμε,στη συνέχεια ο Steve Lado ,που ανέλαβε το master ,το “καθαρισε” κρατώντας όμως την αισθητική.
Πιστεύετε ότι το «Lavender» αντιπροσωπεύει πλήρως τον ήχο των inner:i ή είναι μόνο η αρχή μιας ευρύτερης μουσικής εξερεύνησης;
Ειναι η πολύ αρχή βασικά. Οπως είπαμε τα κομμάτια ήταν σχεδόν έτοιμα πριν βρεθούμε και οι τρεις μαζί οπότε ναι μεν έβαλε ο καθένας τον εαυτό του μέσα αλλά η βάση ήταν εκεί. Πραγματικά δεν ξέρουμε τι θα βγει οταν δουλέψουμε και οι τρεις μαζι απ το μηδέν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχουμε μεγάλη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον οπότε και μεγάλη ελευθερία μουσικά.
Πώς μεταφράζεται αυτή η πολυεπίπεδη μουσική προσέγγιση στη σκηνή; Τι μπορεί να περιμένει κάποιος από ένα live σας;
Επειδή είμαστε power trio, η ενέργεια και το δέσιμο είναι κάποια πολύ απαραίτητα χαρακτηριστικά. Υπάρχει η επιλογή των προηχογραφημένων αλλά μόνο για να εξυπηρετήσει κάποια cinematic περάσματα που υπάρχουν στον δίσκο και μας αρέσουν πολύ. Στη σκηνή αυτό που θα βγαίνει, θέλουμε να είναι οργανικό. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι χαλάμε τη δομή και τη δυναμική των κομματιών. Αντιθέτως, αυτό είναι μια ευχάριστη πρόκληση και μια ευκαιρία θα λέγαμε, για περισσότερη ελευθερία και αλληλεπίδραση μεταξύ μας εκείνη τη στιγμή. Επομένως κάποιος που θα βρεθεί σε live μας δε θα ακούσει απλά τα κομμάτια του Lavender αλλα την live εκδοχή τους.
Μετά το ντεμπούτο album, ποιο είναι το επόμενο δημιουργικό βήμα για τους inner:i;
Υπάρχουν πολλές ιδέες για καινούργιο υλικό και ειλικρινά ανυπομονούμε να ξεκινήσουμε αυτό το νέο ταξίδι και να δούμε την εξέλιξη της μπάντας, δημιουργώντας νέα μουσική. Βέβαια μετά το ντεμπούτο μας, δε σου κρύβουμε ότι αυτό μας τρομάζει και λίγο ταυτόχρονα. Η θετική ανταπόκριση που λαμβάνει, (πράγμα που μας χαροποιεί πραγματικά πάρα πολύ), ανεβάζει τις προσδοκίες όλων μας και αυτό είναι ένα γλυκό σφίξιμο στο στομάχι. Οπότε, ναι. Επόμενο δημιουργικό βήμα, η διαδικασία της προπαραγωγής του επόμενου δίσκου μας και παράλληλα να ζήσουμε το Lavender όσο γίνεται, μέσα από live και επαφή με τον κόσμο.

