Τα Ημισκούμπρια είναι μία κατηγορία μόνοι τους στο ελληνικό hip hop. Στη δεκαετία του 90, εκεί που το ελληνόφωνο rock και το ελληνόφωνο hip hop φλέρταραν με την κατάθλιψη για να κάνουν την κριτική τους στην ελληνική πραγματικότητα, τα Ημισκούμπρια αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη. Το στυλ τους θύμιζε περισσότερο τους Beastie Boys και οι στίχοι τους έτειναν προς την κωμωδία, όχι το κοινωνικό commentary. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Γιατί όταν βγάζεις τον μανδύα της κωμωδίας, βρίσκεις από κάτω ακριβώς αυτό που έκαναν ο Χάρυ Κλυν, το Α.Μ.Α.Ν και ο Τζίμης Πανούσης με διαφορετικά μέσα: έναν καθρέφτη στραμμένο στην ελληνική κοινωνία. Χωρίς κήρυγμα, χωρίς κατάθλιψη, χωρίς να σου λένε τι πρέπει να σκέφτεσαι.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν μια κοινωνία που είχε μόλις μισό αιώνα στη διάθεσή της για να κάνει αυτό που άλλες έκαναν σε δύο. Από τον τρίτο κόσμο στη βιομηχανοποίηση, από το χωριό στο urbanisation, από εκεί στην post-industrial Δύση. Η Ελληνική κοινωνία ενηλικιώθηκε με βίαιο τρόπο. Χωρίς χρόνο να αφομειώσει το θρησκευτικό στοιχείο με την υπερκατανάλωση, τον πατριωτισμό με τη διεθνοποίηση, την απομόνωση των 70s με την παγκοσμιοποίηση των 90s, το σεμεδάκι με το modem, τον Τζαλοκώστα με τον Rivaldo, τον Μηνά Γκέκο με τον Τόνι Ντελκ.
Η κωμωδία δεν ήταν διέξοδος. Ήταν ο μόνος τρόπος να χωνέψεις την αλλαγή. Όχι του ΠΑΣΟΚ, της κοινωνίας.
Βουκολικό (1996)
“Φουρώ τη φουστανέλα μ’, τα τσαρούχια μ’ τα δυο / παίρνω και το γουόκμαν με τη Δόμνα τη Σαμιώ / τρώω κι ένα χάμπεργκερ με περισσό το τσίλι / κρεμάω και του Κίτσου το σούπερ καριοφίλι”
Αυτός ο στίχος είναι η ελληνική κοινωνία των 90s σε τέσσερις γραμμές. Φουστανέλα και γουόκμαν. Δόμνα Σαμίου και χάμπεργκερ. Δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή εκείνης της εποχής. Μίας κοινωνίας που δεν ήξερε αν να κρατήσει το παλιό ή να αγκαλιάσει το καινούριο και αποφάσισε να κάνει και τα δύο ταυτόχρονα, ανεξαρτήτως αν έβγαιναν μαζί.
Ο Κύρης του Σπιτιού (1997)
“Δώδεκα η ώρα μα που γυρνάει πάλι / κάτσε δε θα έρθει θα της σπάσω το κεφάλι / αλλά δε φταίτε εσείς εγώ έχω το βάρος / μ’ έχετε πάρει όλοι εδώ μέσα πολύ θάρρος”
Ματσίλα, φαλοκρατία, peak toxic masculinity. Δύο μέτρα και δύο σταθμά για το γιόκα και την κόρη. Τα Ημισκούμπρια δεν κάνουν ψυχανάλυση στον Ελληνάρα πατέρα, δεν τον δικαιολογούν, δεν τον καταδικάζουν. Απλά τον αφήνουν να μιλήσει. Και αυτό είναι αρκετό. Εφιαλτική καταπίεση που θα ζήλευε και ο Λάνθιμος.
Δημόσιο Forevah (1998)
“Πρώτα στο πρωτόκολλο, μετά για το χαρτόσημο / μετά έλα να φιλήσεις της παντόφλας το οικόσημο / αφού η μονιμότητα κυλάει μες στη φλέβα / γι’ αυτό τα ξύνω μόνιμα, δημόσιο forevah”
Τρία χρόνια πριν το Ευρώ, δεκατρία πριν τα μνημόνια. Και τα Ημισκούμπρια έχουν ήδη καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο δημόσιος υπάλληλος αλλά το σύστημα που τον δημιούργησε και τον διαιωνίζει. Η μονιμότητα δεν είναι προνόμιο. Είναι ιδεολογία. Και γι’ αυτό δεν αλλάζει. Τραγούδι που θύμιζε σκετσάκι του Α.Μ.Α.Ν.
ΜΕΘ στο Βολάν (1998)
” Κάνω κολίδια τετακέ στο Ειρήνης & Φιλίας / Πως θα τα έκανα αυτά με ζωνη ασφαλείας? / Παραβιάζω και γελώ τον Κώδικα Οδικής / Όλα στα τομπολίνια σου τα γράφεις όταν πιεις”
Ξεκινάει σαν κωμωδία για έναν τύπο που πίνει και οδηγεί. Και μετά έρχεται ο στίχος: “έντερα, λουκάνικα, ένα γύρο με διπλή / χέρια πόδια στη γραμμή, όλα κείτονται στη γη”. Εκεί το γέλιο σταματάει. Αυτό δεν είναι πια αστείο, είναι ακριβώς αυτό που συνέβαινε κάθε Σαββατόβραδο στις ελληνικές εθνικές οδούς. Το ΜΕΘ στο Βολάν είναι το πιο σκοτεινό τραγούδι που έχει καμουφλαριστεί ποτέ σαν χιούμορ στην ελληνική μουσική.
Τηλεθρήνος (1997)
“Κυρίες και Κύριοι κι αγαπητά παιδιά / καλωσήρθατε στο σόου μας για την κακομοιριά / μιζέρια, δυστυχία και πόνος τραγικός / εδώ σας τα προσφέρουμε στο πακέτο του ενός”
Τέσσερα χρόνια πριν το Big Brother. Επτά πριν το Survivor. Στη δεκαετία της Σίας Λιαροπούλου. Και τα Ημισκούμπρια έχουν ήδη βρει τη φόρμουλα — όχι μόνο της ελληνικής trash τηλεόρασης, αλλά του γιατί δουλεύει. Δεν κοροϊδεύουν τους τηλεπαραγωγούς. Κοροϊδεύουν εμάς που παρακολουθούμε. Και η τελευταία γραμμή είναι η πιο έξυπνη παρατήρηση που έχει γίνει ποτέ για το reality TV στα ελληνικά: δεν το βλέπουμε γιατί μας αρέσει η δυστυχία των άλλων. Το βλέπουμε για να νιώσουμε καλύτερα για τη δική μας.
Τριάντα χρόνια μετά, τα Ημισκούμπρια παραμένουν η πιο ακριβής καταγραφή του Έλληνα που έγινε ποτέ. Όχι γιατί ήταν σοβαρά. Αλλά γιατί δεν ήταν. Γιατί το γέλιο είναι ο μόνος τρόπος να πεις στον κόσμο κάτι που δεν θέλει να ακούσει χωρίς να σηκωθεί να φύγει.
Ο Τηλεθρήνος έχει γίνει TikTok, το Δημόσιο Forevah είναι Ελλάδα 2.0 και ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Κύρης του Σπιτιού βαράει τη σύζυγο και η Αστυνομία την στέλνει πίσω στο σπίτι της. Τα Ημισκούμπρια ακούγονται λιγότερο σαν κωμωδία και περισσότερο σαν ντοκιμαντέρ. Σχήματα όπως οι Active Member σου έλεγαν ότι το σύστημα είναι σάπιο. Τα Ημισκούμπρια σου έδειχναν ότι είσαι εσύ μέσα στο σύστημα και γελούσες. Και αυτό δεν το συγχωρείς εύκολα, ούτε στον εαυτό σου, ούτε σε αυτούς.
