Έχοντας περάσει 9 χρόνια από τότε που μας επισκέφτηκαν, η εμφάνιση των High On Fire στο Κύτταρο αναμενόταν καταιγιστική, με μπόλικα ντεσιμπέλ κι ανεβασμένη θερμοκρασία. Δεν έπεσα έξω… Η προσέλευση του κόσμου έδειχνε ενθαρρυντική, αρκετά μεγαλύτερη από την τελευταία φορά που έπαιξαν – κάτι που ακόμα δυσκολεύομαι να χωνέψω 9 χρόνια μετά: μια τόσο εκπληκτική εμφάνιση αλλά με λίγο κόσμο. Πάραυτα, όσοι τους έχασαν το 2016 θα είχαν την ευκαιρία απόψε να απολαύσουν την μουσική ιδιοφυΐα του Matt Pike και της παρέας του.
Ανταπόκριση: Ζακ Ανανιάδης / Φωτογραφίες: Αναστασία Παπαδάκη (πλήρες photo report εδώ)
Κατά τις 9 ξεκίνησαν οι Sadhus (The Smoking Community), μάστορες του sludge/stoner/heavy ιδιώματος και βετεράνοι της εγχώριας σκηνής, παίζοντας τα πιο δυνατά κομμάτια της δισκογραφίας τους (λογικότατο όταν ανοίγεις για τους High On Fire), όπως το ‘Illegal Sludge’ ή το ‘Lazarus’. Σκηνική παρουσία αντάξια του ονόματός τους – τίγκα στον καπνό και με την τετράδα επί σκηνής ίσα που να διακρίνεται. Τα παιδιά έδωσαν αρκετό πόνο και ο κόσμος ανταποκρίθηκε. Μέχρι και stagedive/crowdsurfing είδαμε! Πολύ true κι από καρδιάς τα λόγια του frontman Σταύρου όπου δεν πέρναγε κομμάτι χωρίς να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς όλους τους παρευρισκόμενους. Ταιριαστή και seamless η διασκευή στο ‘Snowblind’ (Black Sabbath), ενώ το “χαρντκοράδικο” ‘Colombian Boat Blues’ θεωρώ πως ήταν το ιδανικό κομμάτι για να κλείσουν το σετ.

Στις 22:20 τα φώτα χαμήλωσαν και, ως intro, ακούστηκε από τα ηχεία του PA το εξ Ανατολίας τουρκο-folk επιρροών ‘Karanlık Yol’ από το τελευταίο άλμπουμ των High On Fire, και χωρίς πολλά πολλά οι HOF ανέβηκαν on stage και ξεκίνησαν με το ‘Burning Down’ εκστασιάζοντας άπαντες. Ο δεν-φοράω-μπλουζάκι-όταν-παίζω Matt Pike έβγαζε οργή και συναίσθημα σε φωνή και κιθάρα, ενώ ο Jeff Matz (ήρεμη δύναμη) συμπλήρωνε συχνοτικά το μπετόν αρμέ τοίχο των High On Fire. Κι όσον αφορά τα τύμπανα, η επιλογή του Ben Koller (Converge) ως αντικαταστάτης του Coady Willis για τα live και τις περιοδείες, ήταν η ιδανικότερη. Γνωρίζοντας καλά του τι είναι ικανός να παίξει, ο τύπος “τά ‘σπαγε” σε όλα τα κομμάτια, χωρίς να αλλοιώνει επ ουδενί το ύφος των HOF.

Ακολούθησαν τα ‘Waste Of Tiamat’ και ‘Hung, Drawn And Quartered’ με τον κόσμο να χτυπιέται αλύπητα και δίχως αυριο. Στο ‘Rumors Of War’ κάτι έπαθα, μιας και είναι το πρώτο κομμάτι που άκουσα από HOF, και η μπύρα έφυγε μονορούφι. Στο θρασοειδές ‘Fertile Green’ ηρέμησα λίγο (αλλά όχι κι ο κόσμος) κι απλά χάζευα τον χαμό αφ’ υψηλού από την άνεση του εξώστη. Σειρά είχε το περίτεχνο ‘Fury Whip’ από το Death Is This Communion, ενώ ο Jeff έδωσε ρέστα στο solo intro του Sabbath-ικού ‘Fireface’. Στο ‘Snakes For The Divine’ νομίζω πως και ο πιο δύσπιστος μεταλλάς θα παραδεχόταν την ευφυΐα του Μatt Pike και την ανικανότητά του να γράψει έστω και ένα κακό riff. Με το sludge anthem ‘Darker Fleece’ οι High On Fire έκλεισαν το σετ τους, χωρίς encore, υπενθυμίζοντάς μας τη δυναμική ενός stripped-down, ώμου, no bull-shit, rock/metal τρίο που αυτό κατέχει. Μας καληνύχτησαν κι εμείς τους το ανταποδώσαμε με τον θερμότερο τρόπο.

Ο Matt Pike με τους High On Fire έχει καταφέρει κάτι που λίγοι μπορούν να παινευτούν. Είναι ίσως η μόνη μπάντα άξια να γεμίσει, όσο είναι εφικτό και ρεαλιστικό κάτι τέτοιο, το κενό που άφησαν οι Motorhead, με τον Pike ως συνεχιστή – κι όχι διάδοχο – της κληρονομιάς του Lemmy. Και το πέτυχε αυτό φτιάχνοντας την δική του συνταγή, ένα εντελώς προσωπικό μουσικό είδος, κάτι σαν Black Sabbath on steroids, ένα Motorhead-ικό stoner/sludge, με στόχο να σε πιάσει από τ’ αυτιά και να σε εθίσει στην πώρωσή του.

