Οι Haxprocess, μία από τις ανερχόμενες δυνάμεις του τεχνικού death metal, επιστρέφουν με αποφασιστικότητα με τον νέο τους δίσκο “Beyond What Eyes Can See”. Μια επιστροφή που δεν γίνεται απλώς για να υπενθυμίσει την παρουσία τους, αλλά για να δηλώσει ότι είναι έτοιμοι να κάνουν το επόμενο μεγάλο βήμα. Οι Αμερικανοί, έχοντας ήδη στο ενεργητικό τους ένα EP και ένα LP που τράβηξαν την προσοχή όσων αναζητούν απαιτητικό και πολυσύνθετο ήχο, επιβεβαιώνουν με την δεύτερη ολοκληρωμένη τους δουλειά ότι εξελίσσονται με όραμα και δημιουργική συνέπεια.
Ο δίσκος περιλαμβάνει μόλις τέσσερα κομμάτια που η διάρκειά τους είναι τρία τέταρτα, επομένως μπορείς να καταλαβαίνεις πάνω-κάτω τι χαμός επικρατεί. Η μουσική είναι πυκνογραμμένη και δεν απευθύνεται σε πρόχειρα αυτιά. Η προσέγγιση είναι πολυεπίπεδη, με progressive χαρακτήρα, death metal βάθος και αρκετές thrash metal σφήνες. Κι όμως, παρά την πολυπλοκότητα, το αποτέλεσμα είναι αναπάντεχα “εύπεπτο” και δεν κουράζει ούτε στιγμή. Ο ακροατής το μόνο που έχει να κάνει για να ανταμειφθεί πλήρως είναι να αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να λάβει όλη την πληροφορία που θέλει να μεταδώσει η μπάντα.
Τα riffs έχουν τον πρώτο λόγο και καθοδηγούν την κατάσταση πότε με επιθετικότητα, πότε με δηλητηριώδεις μελωδίες και πότε με τεχνική. Το rhythm section δουλεύει με συνοχή και ορμητικότητα και κυρίως το μπάσο καταφέρνει σε πολλά σημεία να κλέβει την παράσταση, προσθέτοντας το απαραίτητο βάρος και groove. Τα φωνητικά λειτουργούν σαν ακόμη ένα όργανο μέσα στο χάος, ενσωματώνοντας την επιβλητικότητα και μεταφέροντας με ακρίβεια τη εξωπραγματική θεματική των στίχων.
Το album ανοίγει με το “Where Even Stars Die”, το οποίο στήνει μία πιο “σαπισμένη” και αργόσυρτη ατμόσφαιρα, σχεδόν doom metal στην αίσθηση, πριν παραδοθεί ολοκληρωτικά σε έναν σαρωτικό ρυθμό που τινάζει την ένταση στα ύψη. Η συνέχεια έρχεται με το “The Confines of the Flesh”, όπου η progressive πλευρά της μπάντας αναλαμβάνει πλήρως τα ηνία. Οι συνεχείς δυναμικές αλλαγές και οι πολυδιάστατες μελωδίες κρατούν τον ακροατή σε εγρήγορση, δίνοντας την αίσθηση ενός κομματιού που εξελίσσεται διαρκώς χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Το βαρύ και ασήκωτο “Thy Inner Demon Seed” που ακολουθεί, μαρτυράει τον τόπο καταγωγής της μπάντας, φέρνοντας στην επιφάνεια όλα τα δολοφονικά made-in-Florida death metal ένστικτα του συγκροτήματος. Οι Morbid Angel, οι Obituary και οι Death περνάνε μέσα από το φίλτρο των Haxprocess και το αποτέλεσμα, κυρίως στο πρώτο μισό, είναι απλώς καταστροφικό. Το “Sepulchral Void” λειτουργεί ως το ιδανικό, επικό φινάλε του δίσκου. Πρόκειται για ένα κομμάτι που οι οπαδοί είχαν γνωρίσει ήδη πριν από δύο χρόνια σε μορφή demo, και τώρα επιστρέφει με μεγαλύτερη διάρκεια και πλήρως ανανεωμένο, αποτυπώνοντας την εξέλιξη της μπάντας σε όλα τα επίπεδα. Ίσως να έχουμε να κάνουμε με την πιο ολοκληρωμένη σύνθεση, που προσφέρει την απαραίτητη κορύφωση συναισθημάτων και έντασης.
Το “Beyond What Eyes Can See” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος που χαρίζει ελπίδα για το μέλλον των Haxprocess. Η μπάντα ωρίμασε απότομα και φαίνεται να διαθέτει όλα τα όπλα για να σταθεί στις πρώτες γραμμές του progressive death metal. Όσοι κινούνται στις συντεταγμένες των Blood Incantation, Morbid Angel, Atheist και τα συναφή, έχουν έναν ακόμη λόγο να χαμογελούν.
