Για τους περισσότερους φίλους του σκληρού ήχου στην Ελλάδα, οι Godsmack δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέχρι και σήμερα, το συγκρότημα από τη Βοστώνη έχει αποτελέσει σταθερή παρουσία στα rock και metal ακούσματα μιας ολόκληρης γενιάς. Τα τραγούδια τους ακούστηκαν σε ραδιόφωνα, τηλεοπτικές εκπομπές, video games και soundtracks, οι δίσκοι τους πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα και το όνομά τους βρέθηκε επανειλημμένα στις κορυφές των αμερικανικών charts. Κι όμως, παρά τη μακρόχρονη σχέση τους με το ελληνικό κοινό, οι Godsmack δεν είχαν παίξει ποτέ στη χώρα μας. Μέχρι σήμερα. Σε λίγες ημέρες, η μπάντα του Sully Erna θα εμφανιστεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, κλείνοντας μια εκκρεμότητα σχεδόν τριών δεκαετιών και φέρνοντας επιτέλους στη σκηνή έναν από τους πιο εμπορικούς και αναγνωρίσιμους εκπροσώπους του αμερικανικού hard rock των τελευταίων χρόνων.
Υπάρχουν συγκροτήματα που συνδέθηκαν με την Ελλάδα μέσα από συνεχείς εμφανίσεις και πολυάριθμες περιοδείες. Υπάρχουν όμως και εκείνα που, παρά τη δημοφιλία τους, παρέμεναν διαρκώς εκτός χάρτη. Οι Godsmack ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Για πολλούς Έλληνες ακροατές, τραγούδια όπως τα “Whatever”, “Keep Away”, “Awake”, “Voodoo”, “Straight Out Of Line”, “Speak” και “I Stand Alone” αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των αναμνήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ήταν η εποχή που το αμερικανικό hard rock βρισκόταν σε εμπορική ακμή και οι Godsmack κατάφερναν να ξεχωρίζουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Παρά τη δημοτικότητά τους, κάθε νέα ευρωπαϊκή περιοδεία συνοδευόταν από το ίδιο ερώτημα: θα έρθουν επιτέλους στην Ελλάδα; Η απάντηση ήταν πάντοτε αρνητική. Μέχρι τώρα.
Η ιστορία των Godsmack είναι συνδεδεμένη με μία από τις πιο παρεξηγημένες περιόδους της σύγχρονης rock μουσικής. Όταν το συγκρότημα εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η σκιά του grunge εξακολουθούσε να καλύπτει μεγάλο μέρος της αμερικανικής σκηνής. Οι συγκρίσεις με τους Alice In Chains ήταν αναπόφευκτες, ιδιαίτερα λόγω των φωνητικών του Sully Erna και της παραδοχής του πως οι Alice in Chains αποτελούν μεγάλη επιρροή για αυτόν, της σκοτεινής ατμόσφαιρας των πρώτων συνθέσεων αλλά ακόμη και από το όνομά τους, το οποίο προέρχεται από το ομώνυμο τραγούδι των πρώτων. Οι ίδιοι όμως δεν επιχείρησαν ποτέ να γίνουν η συνέχεια του Seattle. Αντίθετα, αξιοποίησαν τις επιρροές τους για να δημιουργήσουν έναν πιο άμεσο και δυναμικό ήχο, βασισμένο στο groove, στα βαριά riffs και στα μεγάλα ρεφρέν. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να μην τους χάρισε πάντα την αποδοχή των κριτικών, όμως τους εξασφάλισε κάτι πολύ σημαντικότερο: ένα πιστό κοινό που παρέμεινε δίπλα τους για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια.
Η πορεία της μπάντας δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί συγκυριακή. Το ομώνυμο major-label ντεμπούτο του 1998 αποτέλεσε μία από τις πιο επιτυχημένες rock κυκλοφορίες της εποχής, ενώ οι δίσκοι Awake (2000), Faceless (2003) και IV (2006) καθιέρωσαν τους Godsmack ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σύγχρονου αμερικανικού hard rock. Παρά τις αλλαγές στις μουσικές τάσεις, το συγκρότημα συνέχισε να γεμίζει αρένες και να διατηρεί ισχυρή παρουσία στα rock charts. Ενώ αρκετοί συνοδοιπόροι τους εξαφανίστηκαν ή περιορίστηκαν σε νοσταλγικές περιοδείες, οι Godsmack παρέμειναν ενεργοί και εμπορικά ανταγωνιστικοί. Δεν υπήρξαν ποτέ η μπάντα που ακολουθούσε τις τάσεις. Αντιθέτως, επέλεξαν να παραμείνουν πιστοί σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα και τελικά δικαιώθηκαν γι’ αυτό.
Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι Godsmack διατήρησαν τη θέση τους στην κορυφή είναι η φήμη τους ως live μπάντα. Οι συναυλίες τους βασίζονται λιγότερο σε εντυπωσιακά τεχνάσματα και περισσότερο στην ενέργεια, στην επικοινωνία με το κοινό και στη δύναμη των τραγουδιών τους. Από τις πρώτες ημέρες της καριέρας τους μέχρι τις πρόσφατες περιοδείες, το συγκρότημα επένδυσε συστηματικά στη ζωντανή του παρουσία. Για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να τους δουν στο εξωτερικό, η επικείμενη εμφάνιση στην Αθήνα αποτελεί την πρώτη πραγματική ευκαιρία να διαπιστώσουμε από κοντά γιατί οι Godsmack παραμένουν ένα από τα πιο ισχυρά live ονόματα της αμερικανικής σκηνής.
Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα συμπίπτει με μια περίοδο σημαντικών αλλαγών. Μετά την αποχώρηση των Tony Rombola και Shannon Larkin, δύο μουσικών που είχαν συνδεθεί στενά με την ιστορία του συγκροτήματος, οι Godsmack παρουσιάζονται πλέον με ανανεωμένη σύνθεση και διαφορετική δυναμική. Ο Sully Erna έχει ήδη περιγράψει τη νέα αυτή φάση ως την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως το συγκρότημα βρίσκεται σε διαδικασία επαναπροσδιορισμού. Αυτό καθιστά τη συναυλία της Αθήνας ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Δεν πρόκειται μόνο για μια ιστορική πρώτη φορά, αλλά και για μια σπάνια ευκαιρία να δούμε μια μπάντα σε μεταβατική περίοδο, τη στιγμή που επιχειρεί να γράψει το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας της.
Κάθε μουσική σκηνή έχει τα δικά της συναυλιακά απωθημένα. Συγκροτήματα που αγαπήθηκαν όσο λίγα, αλλά για λόγους που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει με βεβαιότητα δεν βρέθηκαν ποτέ μπροστά στο κοινό που τα στήριξε. Για το ελληνικό rock κοινό, οι Godsmack υπήρξαν για χρόνια μία από αυτές τις περιπτώσεις. Ίσως γι’ αυτό η επικείμενη εμφάνισή τους να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από μια συνηθισμένη συναυλία. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα μεγάλο όνομα που προστίθεται στο συναυλιακό ημερολόγιο του καλοκαιριού. Πρόκειται για την ολοκλήρωση μιας αναμονής που κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια. Και αν κρίνει κανείς από τον ενθουσιασμό που συνοδεύει την άφιξή τους, η υπομονή του ελληνικού κοινού μάλλον άξιζε τον κόπο.
Από τα “Whatever” και “Voodoo” μέχρι το “Bulletproof”, η μπάντα του Sully Erna ετοιμάζεται να συναντήσει για πρώτη φορά το ελληνικό κοινό, κλείνοντας μια εκκρεμότητα σχεδόν τριών δεκαετιών. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΕΔΩ.

