Οι Fuzzing Nation επιστρέφουν στη σκηνή για μια βραδιά που δεν είναι απλά ένα live… είναι γιορτή, παρουσίαση δίσκου και οικογενειακή συνάντηση των Mothertruckers. Την Κυριακή, 26 Απριλίου, παρουσιάζουν στη σκηνή του AN Club το νέο τους album, Mothertruck, παρέα με εκλεκτούς καλεσμένους (Argy-Nightstalker, Babis-Planet of Zeus, Under The Sun). Ο Άρης Ζαρκαδάκης μίλησε μαζί τους για το Mothertruck αλλά και το πολύ σημαντικό βράδυ στο στέκι της Σολωμού.
Το “Mothertruck” διακρίνεται ως ένα συμπαγές και συνεπές άλμπουμ. Ποια ήταν η βασική κατεύθυνση που θέλατε να δώσετε εξαρχής;
Το Mothertruck από την αρχή στήθηκε σαν ένα concept άλμπουμ, όχι απλά σαν μια συλλογή κομματιών, αλλά σαν μια ενιαία διαδρομή που έχει αρχή, μέση και τέλος. Θέλαμε να υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι ο ακροατής μπαίνει μέσα σε έναν κόσμο και τον ζει, δεν τον παρακολουθεί ως θεατής. Θεματικά κινείται σε ένα meta-apocalypse περιβάλλον, αλλά αυτό που μας ενδιέφερε δεν ήταν τόσο η έννοια της καταστροφής από μόνη της. Περισσότερο μας ένοιαζε το τι μένει μετά από αυτήν και πώς αυτό το “μετά” αναπνέει, κινείται, αντιδρά. Μουσικά, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε μια συνοχή που να έχει ένταση, αλλά και στιγμές που δεν είναι απλά δυνατές, αλλά κουβαλάνε βάρος και εικόνα. Έτσι αντί για το κλασικό “ο ήρωας παλεύει για κάτι καλύτερο”, θα το λέγαμε πιο πολύ σαν έναν ήρωα που δεν έχει την πολυτέλεια να πιστέψει ότι υπάρχει “καλύτερο”, απλά συνεχίζει να κινείται και να βρίσκεται συνεχώς σε δράση, γιατί η ακινησία δεν είναι επιλογή μέσα σε αυτό το τοπίο…
Σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές σας, τι θεωρείτε ότι διαφοροποιείται περισσότερο σε αυτόν τον δίσκο, τόσο συνθετικά όσο και ηχητικά;
Σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές μας, αυτό που αλλάζει πιο έντονα είναι ότι μπήκαμε πιο συνειδητά στη λογική του “ανοίγματος” — τόσο συνθετικά όσο και ηχητικά. Στα κομμάτια υπάρχει μια πιο πολυπολιτισμική προσέγγιση στο rock & roll λεξιλόγιο. Δεν μένουμε σε ένα αυστηρά συγκεκριμένο ύφος ή σε μια “ασφαλή” ταυτότητα. Αντίθετα, αφήνουμε διαφορετικές επιρροές να συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κομμάτι, χωρίς να προσπαθούμε να τις εξηγήσουμε ή να τις τακτοποιήσουμε υπερβολικά. Αυτό, νομίζω, έδωσε και μια πιο ζωντανή και απρόβλεπτη ροή στο songwriting.
Ηχητικά, επίσης, πήγαμε πιο συνειδητά σε ένα πιο “χειροπιαστό” αποτέλεσμα. Δουλέψαμε πολύ με full analog recording και δώσαμε μεγάλο βάρος στο να υπάρχει σώμα και όγκος στο riffing. Η χρήση του Mesa Boogie Rectifier έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό γιατί θέλαμε έναν ήχο που να σπρώχνει, να γεμίζει τον χώρο, αλλά ταυτόχρονα να κρατάει το κάθε riff δεμένο μέσα στη μίξη. Συνολικά, θα έλεγα ότι αυτός ο δίσκος είναι πιο “ανοιχτός” στη γραφή του και πιο “σφιχτός” στον ήχο του, μια ισορροπία που δεν την είχαμε κυνηγήσει με τον ίδιο τρόπο στο παρελθόν.
Ο ήχος του άλμπουμ ισορροπεί ανάμεσα στο stoner rock αλλά και σε πολύ πιο heavy στιγμές. Ήταν αυτή μια συνειδητή επιλογή κατά τη διάρκεια της σύνθεσης;
Η βάση του ήχου μας παραμένει ξεκάθαρα Stoner και mid-tempo στη λογική της — δεν αλλάζει αυτός ο πυρήνας. Δεν μπήκαμε δηλαδή στη διαδικασία να το γυρίσουμε σε πιο heavy μονοπάτια ή να το “φορτώσουμε” συνειδητά με άλλη ταυτότητα. Αυτό που συμβαίνει πιο φυσικά είναι ότι, επειδή και οι τρεις έχουμε μεγαλώσει και παίξει με πιο heavy επιρροές, κάποιες στιγμές αυτό βγαίνει μόνο του όπως πχ σε ένα riff, σε ένα tempo που “σπρώχνει” το κομμάτι, σε κάτι πιο επιθετικό που εμφανίζεται χωρίς να το έχουμε προγραμματίσει. Αυτό που είχαμε στο μυαλό μας ήταν το riffing να υπηρετεί το κομμάτι.
Πώς εξελίχθηκε η διαδικασία ηχογράφησης; Υπήρξαν συγκεκριμένες αποφάσεις στην παραγωγή που καθόρισαν τον τελικό χαρακτήρα του “Mothertruck”;
Η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν, όπως και στα δύο προηγούμενα EPs, κάτι πολύ ζωντανό και σχεδόν οργανικό γιατί γίνεται στο ίδιο στούντιο και με τον ίδιο παραγωγό, τον Νίκο Χαλκούση, οπότε υπάρχει ήδη μια κοινή γλώσσα και εμπιστοσύνη. Τα κομμάτια φυσικά “ζυμώνονται” πολύ στις πρόβες, αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ζύμωση δεν σταματάει όταν μπαίνουμε στο στούντιο. Συνεχίζεται εκεί, με έναν τρόπο πιο άμεσο και αυθόρμητο. Δηλαδή πράγματα που μπορεί να τα έχουμε παίξει εκατοντάδες φορές, μπορεί να αλλάξουν τελικά, απλά επειδή στο πρώτο playback κάτι μας χτυπάει διαφορετικά.
Υπάρχει αρκετή βάση στο ένστικτο. Πολλές φορές παίρνουμε αποφάσεις εκείνη τη στιγμή, χωρίς πολλή σκέψη, και αυτό δημιουργεί ένα συνεχές brainstorming μέσα στη διαδικασία της ηχογράφησης. Το αποτέλεσμα συνήθως μας εκπλήσσει και εμάς τους ίδιους, γιατί καταλήγουμε σε εκδοχές των κομματιών που δεν ήταν απαραίτητα προσχεδιασμένες, αλλά τελικά είναι οι πιο ειλικρινείς.
Τα riffs φαίνεται να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο άλμπουμ. Πώς δουλεύετε συνήθως πάνω σε αυτά; Ξεκινούν ως βασικός άξονας των κομματιών;
Τα riffs είναι όντως το σημείο εκκίνησης για τα περισσότερα κομμάτια. Μπορεί να έχουν γραφτεί στο σπίτι ή να προκύψουν μέσα στην πρόβα, αλλά αυτό που μετράει είναι ότι τελικά εμφανίζεται για πρώτη φορά η βασική ιδέα, αυτό το αρχικό riff που δίνει την κατεύθυνση.Από εκεί και πέρα πάνω σε αυτό το riff μπαίνουν σταδιακά τα μουσικά θέματα του κουπλέ και του ρεφρέν, και παράλληλα δουλεύονται οι φωνητικές μελωδίες και οι αρμονίες. Δεν είναι δηλαδή μια γραμμική διαδικασία τύπου “γράφουμε το ένα και μετά το άλλο”, αλλά περισσότερο μια εξέλιξη γύρω από την αρχική ιδέα.
Και αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι τίποτα από αυτά δεν θεωρείται τελικό όταν πρωτοεμφανιστεί στην πρόβα. Όλα μπαίνουν σε μια συνεχή διαδικασία αλλαγής, δοκιμάζονται, ξαναγράφονται, προσαρμόζονται, μέχρι να φτάσουν στην τελική μορφή τους μέσα στο στούντιο ηχογράφησης, όπου ακόμα και εκεί η ιδέα εξακολουθεί να “ζυμώνεται” μέχρι να πάρει την τελική της μορφή και αυτή την τελική μορφή την παίρνει ουσιαστικά τη στιγμή που ο παραγωγός πατάει το κουμπί record.
Στιχουργικά, τι θεματικές σας απασχόλησαν σε αυτή τη φάση της μπάντας;
Οι θεματικές μας κινούνται ξεκάθαρα γύρω από μια concept αφήγηση. Από την αρχή είχαμε στο μυαλό μας έναν κόσμο που εκτυλίσσεται σε ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον, όχι όμως με ρεαλιστικό ή “βαρύ” τρόπο, αλλά με μια πιο σχεδόν cartoon / animated αισθητική, σαν να μπορεί να γίνει ταυτόχρονα δίσκος και ταινία animation. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η καταστροφή καθαυτή, όσο το τι μένει ζωντανό μέσα της. Η παρουσία του ανθρώπου, αλλά και του rock’n’roll σαν ιδέα που έχει επιβιώσει με τον δικό του τρόπο μέσα σε έναν διαλυμένο κόσμο.
Οπότε οι βασικές θεματικές που μας απασχολούν είναι αρκετά “ανθρώπινες” στο βάθος τους, η επιβίωση, η ανάγκη για λύτρωση, η σύγκρουση με τις συνθήκες και τελικά μια μορφή δικαίωσης μέσα σε έναν κόσμο που δεν σου την χαρίζει εύκολα. Δεν το προσεγγίζουμε σαν κάτι ηρωικό με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο σαν μια συνεχόμενη προσπάθεια να σταθείς όρθιος και να βγάλεις νόημα μέσα στο χάος.
Θεωρείτε ότι το “Mothertruck” είναι ένας δίσκος που αποτυπώνει πλήρως τον ήχο των Fuzzing Nation ή τον βλέπετε ως ένα βήμα προς την εξέλιξη της μπάντας;
Κοίτα, αν το πιάσουμε ειλικρινά, το Mothertruck δεν είναι “η τελική μορφή” του ήχου των Fuzzing nation και δεν νομίζω ότι θα θέλαμε κάτι τέτοιο. Ο ήχος μας ήταν πάντα fuzzy, από τα EP μέχρι τώρα και αυτό δεν αλλάζει. Είναι το DNA μας. Αλλά ταυτόχρονα επειδή είμαστε και λίγο gearheads, δεν μπορούμε να κάτσουμε ήσυχοι. Πειραματιζόμασατε με πετάλια, ενισχυτές, κιθάρες, μπάσα… τα σπρώχνουμε όλα λίγο πιο πέρα για να δούμε τι θα γίνει. Οπότε όχι, δεν θα έλεγα ότι το Mothertruck αποτυπώνει πλήρως τον ήχο μας σαν κάτι στατικό ή οριστικό. Αποτυπώνει όμως 100% αυτό που χρειαζόταν να είναι εκείνη τη στιγμή. Ο ήχος υπάρχει για να υπηρετεί τα συγκεκριμένα κομμάτια. Αν με ρωτήσεις τώρα για το επόμενο θα σου πω ότι θα αλλάξουν πράγματα, θα δοκιμάσουμε άλλα setups, άλλες παραμορφώσεις, άλλα πετάλια.
Έχετε ήδη κάποια ανταπόκριση από το εξωτερικό. Πώς αντιμετωπίζετε το γεγονός ότι η δουλειά σας βρίσκει απήχηση και εκτός Ελλάδoς;
Το γεγονός ότι το υλικό μας βρίσκει ανταπόκριση και εκτός Ελλάδας το βλέπουμε ως μια φυσική συνέχεια, όχι ως κάτι που μας αιφνιδιάζει ή μας αλλάζει κατεύθυνση. Από τη στιγμή που δουλεύεις σε αγγλόφωνο πλαίσιο και συνεργάζεσαι με ξένη εταιρεία, το “outward reach” είναι μέσα στο παιχνίδι από την αρχή. Αυτό που μας ενδιαφέρει πραγματικά είναι ότι η μουσική λειτουργεί πέρα από το πλαίσιο από το οποίο προέρχεται. Όταν άνθρωποι σε άλλες χώρες συνδέονται με τον ήχο και την αισθητική σου, σημαίνει ότι το υλικό έχει βρει τον δικό του χώρο να σταθεί και αυτό είναι το πιο ουσιαστικό feedback που μπορείς να πάρεις.
Παράλληλα, το βλέπουμε και πρακτικά. Ήδη κινούμαστε προς το να μεταφέρουμε αυτή τη φάση και σε live εμφανίσεις και στο εξωτερικό, γιατί εκεί δοκιμάζεται πραγματικά μια μπάντα. Εκεί φαίνεται αν αυτό που έχεις χτίσει στο στούντιο έχει αντίκρισμα όταν βγαίνει μπροστά σε ένα άγνωστο κοινό. Οπότε ναι, το κρατάμε σαν θετική εξέλιξη, αλλά χωρίς να το μυθοποιούμε. Είναι απλά το επόμενο λογικό βήμα για το πού θέλουμε να πάει η μπάντα.
Την ερχόμενη Κυριακή παρουσιάζετε τον δίσκο live. Τι μπορεί να περιμένει το κοινό από αυτή την εμφάνιση; Θα υπάρξουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις studio εκτελέσεις;
Αυτό που μπορεί να περιμένει κάποιος στο live είναι ουσιαστικά την ίδια βάση του Mothertruck, αλλά περασμένη μέσα από το φίλτρο εκείνης της στιγμής. Δεν θα είναι μια πιστή αναπαραγωγή του δίσκου όπως είναι στο στούντιο και δεν μας ενδιαφέρει να το κάνουμε έτσι.
Το στούντιο έχει τη δική του λειτουργία: είναι πιο ελεγχόμενο, πιο “γυαλισμένο”, αν θέλεις. Το live όμως είναι άλλη ιστορία. Εκεί μπαίνει η ενέργεια του χώρου, του κόσμου, της αλληλεπίδρασης. Και αυτό επηρεάζει τα πάντα από τα tempos μέχρι τον τρόπο που ερμηνεύονται τα κομμάτια.Είμαστε ξεκάθαρα live μπάντα στον πυρήνα μας. Μας αρέσει αυτή η απρόβλεπτη πλευρά, το ότι ένα κομμάτι μπορεί να “ανοίξει” ή να γίνει πιο επιθετικό απλώς επειδή υπάρχει η στιγμή και το κοινό.
Οπότε ναι, θα υπάρχουν διαφοροποιήσεις, αρκετές μάλιστα σε διάφορα σημεία. Δεν το βλέπουμε σαν αναπαράσταση του δίσκου, αλλά σαν μια ζωντανή εκδοχή του, που κουβαλάει την ίδια αισθητική αλλά με πολύ περισσότερη ένταση και fuzz από ό,τι μπορεί να αποτυπωθεί σε μια studio ηχογράφηση.
Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το live της παρουσίασης ως “πρώτη δοκιμή” του άλμπουμ μπροστά στο κοινό;
Κάποια κομμάτια τα έχουμε ήδη δοκιμάσει live πριν βγει ο δίσκος και η αντίδραση ήταν άμεση ο κόσμος τα πήρε κατευθείαν και αυτό σου δίνει ένα πρώτο σήμα ότι κάτι δουλεύει όπως πρέπει. Τώρα όμως είναι αλλιώς. Τώρα μιλάμε για το Mothertruck σαν σύνολο. Είναι concept album, οπότε θα παιχτεί ολόκληρο και με τη σειρά που έχει αποτυπωθεί στο δίσκο. Δεν είναι playlist, είναι διαδρομή. Και εκεί είναι το πραγματικό τεστ, πώς στέκεται αυτό το πράγμα μπροστά σε κόσμο από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς διακοπές. Η αντίδραση του κοινού σε αυτή τη φάση είναι καθοριστική. Αν κάθε κομμάτι βρίσκει το σημείο του, αν κρατιέται η ένταση, αν υπάρχει σύνδεση με το κοινό.
Δεν βγάλαμε αυτόν τον δίσκο για να υπάρχει απλά σε ένα αρχείο ή σε ένα stream. Βγήκε για να παιχτεί ζωντανά και να φτάσει στον κόσμο. Αυτό είναι το νόημα. Και το live είναι η στιγμή που αυτό επιβεβαιώνεται χωρίς φίλτρα. Από εκεί και πέρα, ελπίζουμε προφανώς ότι όλα τα κομμάτια θα αγγίξουν τον κόσμο όπως τα νιώσαμε κι εμείς όταν τα γράφαμε. Αυτός είναι ο στόχος. Να φύγει από εμάς και να γίνει δικό τους.
