Ανταπόκριση: Ιωάννα Κατσού / Φωτογραφίες: Cristina Alossi
Ήταν 2004, ακόμα ανακάλυπτα μουσικά είδη και έβλεπα πράγματα για πρώτη φορά. Και τότε, ήρθαν από το πουθενά οι Franz Ferdinand: κολλαριστά πουκάμισα, κοφτά χτυπήματα ποδιών, jump splits. Τα πρώτα τους βίντεο κλιπ, “Take Me Out” και “This Fire”, χτύπαγαν στα μάτια και στα αυτιά με τρόπο που δεν ξεχνιέται. Και το ντεμπούτο τους; Ένα bold statement: το λογότυπο μεγεθυμένο, να γεμίζει το μαύρο εξώφυλλο, κάθε τραγούδι ένα και ένα. Instant προσθήκη σε δισκοθήκη και καρδιά.
Μόλις έναν χρόνο αργότερα ήρθε το “You Could Have It So Much Better” και κομμάτια όπως το “Walk Away” ακόμα τραγουδιούνται χωρίς να χρειάζεται να σκεφτείς τους στίχους. Και, ενώ δεν έχασα καμία κυκλοφορία τους, ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσα άλμπουμ έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα – μια δισκογραφία ανάμεσα σε αυτό που περιμένεις από αυτούς και κάτι παραπάνω που δεν περίμενες ποτέ.

Πάμε, λοιπόν, στην περασμένη Πέμπτη, ένα μεσοβδόμαδο βράδυ, όπου περίμενα έναν ζεστό χώρο, αλλά όχι πολύ κόσμο. Κι όμως, το Floyd είχε γεμάτη ατμόσφαιρα, με το κοινό να τραγουδά κάθε στίχο σα να είχε μεγαλώσει με αυτά τα κομμάτια, όπως ακριβώς συνέβαινε.
Η πενταμελής μπάντα, με μόνο δύο ιδρυτικά μέλη να έχουν απομείνει, τον Alex και τον Bob, έδειχνε δεμένη καθ’ όλη τη διάρκεια. Το live άνοιξε νοσταλγικά με το “The Dark of the Matinée” από το ντεμπούτο τους και συνεχίστηκε με κομμάτια όπως “No You Girls”, “Do You Want To”, “Evil Eye”, “Walk Away”, “Jacqueline”, “Michael” και “Love Illumination”. Η στιγμή που ανυπομονούσα να δω από κοντά, γεμάτη περιέργεια για το πώς θα σταθεί στη σκηνή, ήρθε με το “Black Eyelashes”, από το ολοκαίνουργιο άλμπουμ τους, όταν ο Alex έβγαλε μπουζούκι και έστησε μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στις ελληνικές του ρίζες και την αισθητική της μπάντας. Στο “Take Me Out” το κοινό χοροπηδούσε ασταμάτητα, τραγουδώντας, ενώ το encore με πέντε τραγούδια, ανάμεσά τους “Ulysses”, “Darts of Pleasure” και το φινάλε “This Fire”, έκλεισε με τζαμάρισμα και παρατεταμένα μέρη κιθάρας. Με 22 τραγούδια συνολικά – λίγα περισσότερα από τα συνήθη 19–20 της περιοδείας – ήταν το δώρο τους για την Αθήνα.

Η Audrey στα τύμπανα ήταν υπόδειγμα ακρίβειας, με τέτοια σταθερότητα που, αν χανόσουν για λίγο, θα νόμιζες ότι ήταν drum machine – με την καλύτερη δυνατή έννοια. Οι κιθάρες Kapranos–Bardot έδιναν αυτό το αιχμηρό post-punk στίγμα που τους χαρακτηρίζει, ενώ τα synths του Corrie έντυναν τα “κενά” και το μπάσο του Hardy κρατούσε το έδαφος στέρεο. Λιγοστά και διακριτικά προηχογραφημένα στοιχεία, με πολλή ζωντανή ενέργεια να έχει τον πρώτο λόγο.
Όλα αυτά, με το γνώριμο στυλ τους, με τον Alex Kapranos να εκτοξεύει τα άλματά του, να μιλά και να επικοινωνεί συνεχώς με το κοινό, κρατώντας το καρφωμένο πάνω του μέχρι την τελευταία νότα.
Όταν το “This Fire” τελείωσε και τα φώτα του Floyd άνοιξαν, κατάλαβα πως η σπίθα που άναψε τότε δεν έσβησε ποτέ.

