Δύο μπάντες που συμπαθώ αρκετά – την καθεμία για διαφορετικούς μουσικούς λόγους – και που έχω ξαναπαρακολουθήσει στο παρελθόν, μοιράζονται τις ιδέες τους και το νέο τους υλικό, στη σκηνή του Ναού. Έτσι, η Τετάρτη που μας πέρασε, μόνο εκεί θα μπορούσε να με κατευθύνει.
Ανταπόκριση: Κική Ηλιάδου / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου (περισσότερες εδώ)
Οι The Bonnie Nettles, αν και πιο νέοι στο χώρο, έχουν καταφέρει να με κερδίσουν από την πρώτη κιόλας επαφή μου μαζί τους, αφού η νέο-ψυχεδέλεια που διαθέτουν, μοιάζει ειλικρινής και αναγκαία. Πολυμελής η μπάντα, που δίνει ιδιαίτερη σημασία στο ντέφι, μα τιμάει και τα κρουστά. Οι δυο κιθάρες αλληλοσυμπληρώνονται, αφού η μία λειτουργεί ως lead, για να τραβήξει τις μελωδίες, να scratch-άρει και να σολάρει, όσο η άλλη ακολουθεί τον ρυθμό. Το μπάσο ευκρινή, έχει σαφήνεια και παλμό. Τα ειδικά διαμορφωμένα τύμπανα γνωρίζουν τη δουλειά τους, η φωνή στέκει κάπως βραχνή, συρτή, με καθαρή χροιά, αν και όχι εξίσου καθαρότητα στους στίχους, αλλά περιέργως δεν σε χαλάει, αφού ταιριάζει με το ύφος τους, αυτό το ολίγον μυστήριο που αν και πολύχρωμο, σκοτεινά τρελό και αινιγματικό. Ο frontman είναι μορφή ούτως ή άλλως, βολτάρει στα κενά καπνίζοντας, σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του καθώς τραγουδάει ή ενώ εκφέρει επιφωνήματα έκφρασης απορίας, πόνου, θαυμασμού, ειρωνείας, ευχαρίστησης ή αηδίας, συν, ξέρει να το παίζει σέξι ή να στέκεται ακίνητος σαν μοντέλο περιοδικού. Ακούσαμε κυρίως νέα πραγματάκια και tribal χοροπηδήσαμε, με την προσθήκη των bongos κατά το τέλος του set, όπου η αποχώρηση έγινε σταδιακά κατά το “Rave On, Love Me”.
Το διάλειμμα, ελαφρώς μακρύτερο χρονικά απ’ αυτό που υπολόγιζα, μας έδωσε την ευκαιρία να βρεθούμε οι συνήθεις παρόντες και να τα πούμε και λίγο ενδιάμεσα. Ο χώρος γέμισε σχεδόν, οι ενισχυτές έλαβαν θέση, τα φώτα έσβησαν ολοκληρωτικά και ο γυναικωτός Domingo Garcia-Huidobro, εμφανίζεται κρατώντας ένα κερί. Έπειτα από μία μικρού μήκους ιεροτελεστία, θα ασχοληθεί με τα κουμπάκια από τα πετάλια του, καθώς ακούγονταν οι πρώτοι πειραγμένοι ήχοι. Δύο κονσόλες στις δύο άκρες της σκηνής θα επεξεργάζονται την psycho, dark-techno, progressive αισθητική τους, καθώς ο φωτισμός θα παραμείνει αχνός. Ο drummer, Diego Lorca, σαν Χιλιανός Βίκινγκ που είναι, έκλεψε την παράσταση με την τρανταχτή, μονότονη performance του. Μαθήματα συνοχής, σταθερότητας και μετρονόμου! Μία μικρή παύση και πάμε πάλι, έτσι, ασταμάτητα κύλησε σαν νερό, το 40λεπτο περίπου που μας προσέφεραν. Αν και τα χαλαρά παιξίματα της κιθάρας, όπως και των πλήκτρων, δεν ακούγονταν ιδιαίτερα αφού χάνονταν στις εντάσεις, λειτουργούσαν περισσότερο σαν επιπρόσθετα, συγχυσμένα και απειλητικά εφέ. Το πρόσφατο “I” album τους είχε την τιμητική του, αν και μου φάνηκε παιγμένο ελαφρώς διαφορετικά.
Οι Föllakzoid ανέκαθεν φημίζονταν για την άκρως αυτοσχεδιαστική σύμπραξή τους, οπότε αναμενόμενο. Παρόλα αυτά, δεν έχασα την ευκαιρία να συνομιλήσω στο τέλος με τον Domingo, αφού τον πέτυχα να κάθεται στο merch, όντως ευδιάθετος και ορεξάτος για «ξεφεύγα» αναλύσεις. Έτσι, μου αποκάλυψε πως το αποψινό set ήταν μία μείξη των τραγουδιών του τελευταίου τους δίσκου, με μέρη από τα κομμάτια του, ανακατεμένα και σε αποσύνθεση. Η μουσική φαίνεται πλέον να τους προσεγγίζει, αντί οι ίδιοι να την κυνηγούν. Δηλώνει medium (το μέσο) για τη μουσική έκφραση, με απόλυτη βεβαιότητα και συνεπαρμένα κάνει λόγο για την επιστήμη των «ορίων» που αναπαράγουν με κάθε τρόπο. “Inside a black hole, space and time switch their roles, you know”. Επηρεασμένος από το μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν, «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες», μέσω της ακινησίας, θέλει να πετύχει κάτι ανάλογο, προσαρμοσμένο στα δικά του δεδομένα και τεχνάσματα: “Around the day, in 80 words”. Ουάου!
