Ένα δροσερό αεράκι, ευτυχώς, έδωσε ο καιρός την Κυριακή, όπως άρμοζε και στο «μάθημα» που παρέδωσε η φάση που συνέβη στην Τεχνόπολη την ίδια νύχτα. Είχε και φρεσκάδα και πολύ όρεξη, όπως αποδείχθηκε από νωρίς, μέχρι και το τέλος της — μουσικά και επικοινωνιακά. Είχε λόγους. Θα προσπαθήσω να τους μεταφέρω στο χαρτί παρακάτω, καθώς κάποια νιωσίματα δεν αποτυπώνονται επαρκώς. Σαν αυτό, που ενώ θες να χτυπηθείς στη μουσική και στο μανιφέστο της, δεν θες να χάσεις και στιγμιότυπο απ’ ό,τι διαδραματίζεται επί σκηνής, γιατί και ο ίδιος ο καλλιτέχνης αντιδρά στον ήχο του — και πρέπει να διαλέξεις: να αφεθείς στο δικό σου χάσιμο ή να το δαμάσεις για την παρακολούθηση; Και πιάνεσαι μεταξύ των δύο, και το μεταίχμιό τους, ένα ενδιάμεσο state, πότε λίγο με εσένα και πότε πάλι λίγο με τον καλλιτέχνη — και χαμογελάς σε όλο αυτό. You know what I mean, don’t you?
Ανταπόκριση: Κική Ηλιάδου / Φωτογραφίες: Έλενα Θεοδωροπούλου
Με καχυποψία έφτασα, μην τυχόν και είναι τα περισσότερα μέρη της παρουσίασης ηχογραφημένα — οπότε, σαν συνθήκη, δυσκολεύει την παραδοχή της ποιότητας αλλά και του live δεσίματος. «Η μουσική γενιά του millenium έτσι είναι», όπως ανέφερε ένας φίλος — το copy-άρω και το χρησιμοποιώ. Η έκπληξη και το μάθημα, όμως, απαντώνται στο: δεν ήταν όλα ηχογραφημένα, πέρα από τις φωνές, και δεν έχει σημασία, αν υπάρχει act και action.
Ο Mazoha, για παράδειγμα, έπαιξε πολλή κιθάρα και πολύ πιο ενεργά από την τελευταία φορά που τον είχα παρακολουθήσει live — ίσως και λόγω διαφορετικής playlist (;).
Ο Eddie Dark, από την άλλη, ναι: on stage έχει live τη φωνή του, την προσωπικότητά του και το σώμα του. Με τέτοια κίνηση — έξοχη χορευτικά — και τέτοιο performance που καταλήγει να δίνει, συν την ενέργεια αφύπνισης που μεταδίδει στα λεκτικά του ερωτήματα και απαντήματα (απευθύνσεις προς το κοινό), δεν σου αφήνει περιθώρια να σε νοιάξει πραγματικά. Τραγουδούσε με βρωμιά και πάθος, όπου προβλεπόταν, και άλλαζε τα beats του στην κονσόλα — ανάμεσα στον εντελώς συντονισμένο, extreme και εκστασιασμένο χορό του.

Δεν με πείραζε ούτε που δεν αντιλαμβανόμουν αρκετούς απ’ τους στίχους (είχα πάει και αδιάβαστη, βέβαια) — απολάμβανα απλά τον θόρυβο που προσέφερε στη καλοσχεδιασμένη μουσική βάση. Τον παραδέχομαι, λοιπόν — με έβαλε στη θέση μου, αυτήν την ευχάριστη θέση να αναιρώ ό,τι είχα φανταστεί από κάποια audio/video που είχα κατά καιρούς παρακολουθήσει στις διαδικτυακές μουσικές πλατφόρμες. Και με έβγαλε και από τη θέση μου. Με μετατόπισε. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Ευχαριστώ και μπράβο.
Για τον Mazoha, λίγο πιο αναλυτικά: μέσα από την animal print μπέρτα του, αναδείχθηκε και η πολλαπλή, ζωώδης πλευρά του, που λειτουργεί με το ένστικτο και την τρέχουσα κατάσταση — χωρίς κόμπλεξ και δεύτερες σκέψεις, όπως δηλαδή έγραφε τα τραγούδια του και τα τοποθετούσε στα album του. Σύστησε και ευχαρίστησε όλους αυτούς που υποστηρίζουν τον ίδιο και την πραγμάτωση του live:
«Ένα μεγάλο ευχαριστώ και χειροκρότημα για την Inner Ear. Για το χειροκρότημα ζούμε — όχι για τα λεφτά.»
“Φρίκες”, με μπόλιασμα από “Στην Κ” αρμονία.
Είπε κι άλλα ωραία:
«Όσο έχετε φωνή, θα τραγουδάτε. Όσο ονειρεύεστε, ελπίζετε.»
«Το κομμάτι βασίζεται σε μια ιστορία. Μπορώ να σας την πω, αν θέλετε, αλλά θα μας πάρει πολύ ώρα — είναι μεγάλη.»
“Δεν Πειράζει”
«Πότε θα έρθει ο χειμώνας, να κάνω ένα live μόνος μου, τρίωρο. Τώρα ζεστάθηκα — πάντα έτσι γίνεται.»
“Είναι Ωραία Να Πεθαίνουμε Παρέα”
«Εντάξει, δεν είναι πολύ ακριβή.» (αφού πέταξε την κιθάρα του κατά το φινάλε)
“Πρωταθλητής”
Highlight: “Μέχρι Που Φτάνει Η Αγάπη Σου Για Μένα” — παρέα με τη Cilia Katrali.

Όσο για τον Eddie Dark: ο τύπος είναι τσάκαλος, χορευτής, performer, one man show — «Άγγελος Σε Τεκνόπαρτο». Αυτός που σε σώζει από το ίδιο, σιχαμένο, σκληρό, μονότονο μοτίβο — εκεί που κοντεύει να σε τρελάνει. Και όχι μόνο το αντέχεις, αλλά το διασκεδάζεις ύπερ.
Το EBM/queer-techno-pop, electro-punk-alternative, βρυκολιάρικο ύφος του είναι σπάνια αληθινό και πολύ καλά συνδεδεμένο. Με κύριο όπλο το πρόσφατο album του Disco Terrorista: «Έχω γράψει και μαλακίες» (και ποιος δεν έχει, απαντώ) “Το Χέρι Του Κακού”, “Στοιχειώνει Τη Γαλλία”, “Μαύρα Γυαλιά”, “Κατακόμβες Καλιφόρνια” — ξεσήκωσαν έξτρα και προτείνονται και για ακρόαση στο σπίτι.
«Δεν μ’ αρέσουν τα μεγάλα live, γιατί υπάρχει αυτό το κενό ανάμεσα. Εγώ είμαι εδώ κι εσείς εκεί.»
Και πολύ γρήγορα, βρίσκεται κάτω και ανάμεσά μας. Τρέχει με στυλ και τέμπο, κινείται-χορεύει ασταμάτητα, επιδέξια και ρυθμικά, παίρνει πόζες και ακίνητες δηλωτικές θέσεις, διαπρέπει σε ακροβατικές πτώσεις-εφέ. Αέρας και φωτιά.

Μπορεί να μην είναι ο καλύτερος μουσικός εκεί έξω, ρισκάρει (έχει και τις φοβίες/μανίες του), στο διαφορετικό που αρέσκεται, επικοινωνεί αυτό που διαθέτει — και αυτό που είναι, στην τελική, το μοιράζεται χωρίς ντροπή. Και πηγαία, μας κατακτά.
«Κύριε φωτιστή! Κλείστε τα φώτα! Δεν ξέρω, δεν μ’ αρέσουν και οι ανοιχτοί χώροι — έχει και ήλιο. Άσε μόνο τα κόκκινα, θυμίζουν αίμα. Όχι επάνω μου — μόνο η σιλουέτα μου να διαγράφεται. Βασικά, κύριε φωτιστή, κάνε ό,τι καλύτερο ξέρεις.» «Τα παλιά μου κομμάτια τα έγραφα σε λίγες ημέρες. Τώρα μου παίρνει μια εβδομάδα το καθένα. Δεν θα σας αρέσουν καθόλου.» «Νομίζω πως κι εμένα θα με βαρεθείτε. Έτσι κάπως πάει.» «Γιατί, τι καλό μας έχει μείνει σ’ αυτή τη ζωή; Το σεξ, το φαγητό και τα ναρκωτικά.» (Ο κόσμος ζητωκραυγάζει. Ο Eddie, στα καπάκια, το αναιρεί:) «Όχι. Δεν μου φτάνουν. (Music is the amphetamine of the people). Γαμήστε τους! Μέχρι να χορεύουμε ελεύθεροι!»

