Μία ακόμη επιστροφή για τον Ian McCulloch με συνοδεία τον πάντα παρόντα Will Sergeant δώδεκα χρόνια από την προηγούμενη δουλειά τους. Και τι επιστροφή… Μία άκρως βρετανοπρεπής επιστροφή, καθώς ακόμη και το άπειρο αφτί αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κι όλας νότες ότι ο εν λόγω δίσκος φωνάζει από έτη φωτός μακρυά την καταγωγή του. Η μπάντα περιστρέφεται πάντα γύρω από τους ανωτέρω κυρίους εδώ και πολλά χρόνια, με κάποια διαλείμματα κυρίως από μεριάς του McCulloch, και, αν μη τι άλλο, αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο του βρετανικού κιθαριστικού ήχου, πόσο μάλλον και του ευρύτερου νεοκυμματικού ήχου, στα αρχικά τους στάδια περισσότερο. Έχοντας κάνει μία καλή επανεκκίνηση στα 90s, η μπάντα αναδύεται ανά διαστήματα από την λήθη είτε με μία κυκλοφορία είτε με μία περιοδεία, που για καλή μας τύχη πέρασε πρόπερσι και από τη χώρα μας και σίγουρα άφησε πολύ καλές εντυπώσεις σε σχέση με τους υπόλοιπους της ίδιας μέρας.
Σε αυτόν το δίσκο δε θα βρείτε τους post-punk ύμνους τους παρελθόντος, αλλά θα βρείτε τραγούδια λουσμένα στο Lipton. Φερ’ ειπείν η funky αίσθηση του “Can’t be sold” άνετα θα χωρούσε σε ένα δίσκο των Happy Mondays, των Blur ή ακόμη και των Primal Scream. Tα παιχνιδιάρικα “Brussels is Haunted” και τα “Hijacked” φωνάζουν από μακρυά την συγγένεια τους με τους Inspiral Carpets ή τους Charlatans και το “I’ll be your Sunshine” θυμίζει σε σημείο αντιγραφής τα ακόρντα του “Sonnet” των Verve. Ακούστε, βέβαια, και το 80’s σαξοφωνάκι στο a-la Clash τρίλεπτο ροκάκι της pub , “Lab Rats Run”.
Προκύπτουν, λοιπόν, τα εξής δύο θέματα: Καταρχάς, αν περιμένατε ένα σκοτεινό, post-punk δίσκο σαν το “Ocean Rain”, όπως αναφέρω και ανωτέρω, μάλλον θα στεναχωρηθείτε, διότι η μπάντα έχει αποτινάξει αυτόν τον ήχο από επάνω της εδώ και κάμποσα χρόνια, καλώς ή κακώς. Από την άλλη προσπαθεί κανείς να καταλάβει αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό, καθώς μία άκρως επιδραστική μπάντα μιμείται τους επιγόνους της ή και τους ομοίους της. Άλλοι θα το έλεγαν κολακευτικό, άλλοι εξέλιξη. Εγώ θα το έλεγα και δυστοκία. Εσείς;
