Καθομολογουμένως, όταν το σχηματισμένο από τρεις «βετεράνους» της τοπικής σκηνής – Tom Dowse (κιθάρα), Lewis Maynard (μπάσο) και Neil Buxton (τύμπανα) – και την εικαστικό Florence Shaw (φωνητικά) λονδρέζικο κουαρτέτο είχε κυκλοφορήσει το πλήρους διάρκειας ντεμπούτο του λίγο μετά το πέρας εκείνου του κύκλου lockdown στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας υπό τη σκέπη της (πάντα) εκλεκτικής 4AD, είχε ταράξει τα νερά μιας βρετανικής post-punk αναβίωσης σκηνής η οποία έμοιαζε επί το πλείστον καθηλωμένη – βολεμένη; – στην αναπαραγωγή συγκεκριμένης επικρατούσας μανιέρας.
Αναπροσαρμόζοντας τους δομικούς λίθους του ιδιώματος – στακάτα ρυθμικά μέρη, οξείες κιθάρες – γύρω από και με οδηγό την εκκεντρικότητα του ημι-τραγουδιστής, αποστασιοποιημένης ερμηνείας και της αντισυμβατικής συρραφής-φράσεων-στιχουργίας της Shaw, η νευρωτική και κάπως ετοιμόρροπη post-punk των Dry Cleaning στο New Long Leg αποτελούσε μια συναρπαστικά φρέσκια πρόταση στον χώρο, που κοντινότερο ανάλογό της ίσως να είχαν υπάρξει μόνο οι βραχύβιοι μα εμβληματικοί Life Without Buildings ελέω Sue Tompkins – αν και πλέον έχουν βρεθεί πιστότεροι λαμπαδηδρόμοι (Dancer) να κουβαλήσουν εκείνον τον πυρσό. Η συνέχεια με το Stumpwork ένα χρόνο αργότερα δεν υπήρξε παρά η περαιτέρω επιβεβαίωση των αρχικών εντυπώσεων και εκπλήρωση των υψηλών προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί.
Μετά από πολύ μεγαλύτερο διάστημα αυτή τη φορά, σχεδόν τετραετή δισκογραφική – ενόσω περιοδεύαν ανά τον κόσμο ως συνέπεια της επιτυχίας τους και εν συνεχεία επέστρεψαν στο στούντιο υπό την επιμέλεια της τραγουδίστριας/τραγουδοποιού Cate Le Bon σε ρόλο παραγωγού – σιγή ιχθύος από πλευράς του σχήματος, κυκλοφόρησε το νέο, τρίτο τους άλμπουμ Secret Love. Είτε έπαιξε καθοριστικό ρόλο η επιρροή της γνωστής για την εξεζητημένη της art-pop Le Bon, είτε ο επιπλέον χρόνος που τα μέλη του κουαρτέτου έχουν λιώσει πλάι-πλάι τις σόλες τους σε αυτή τη διαδρομή, οι Dry Cleaning δίνουν την εντύπωση ότι χαλάρωσαν, ίσως και – σοκ! – να τζαμάρισαν, για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της συγγραφής και των ηχογραφήσεων, αφήνοντας τις συνθέσεις να ανασάνουν και να ξεδιπλωθούν πιο οργανικά, με πολλά κομμάτια του άλμπουμ να μην επιδεικνύουν τη χαρακτηριστική νευρικότητα – χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι άνευρα.
Ακόμα και η Shaw φαντάζει λιγότερο συνεσταλμένη, τόσο διατεθειμένη να ακολουθήσει μελωδίες με τη φωνή της όσο και με μερικές πιο προσωπικές ή πολιτικές αναφορές στους στίχους της. Η διερεύνηση πιο μελωδικών μονοπατιών από μέρους τους όμως δεν αποδυναμώνει την υπερρεαλιστική αίσθηση που πάντα τους χαρακτήριζε, κατ’ αναλογία με αυτό που είχαν επιτύχει οι θρυλικοί labelmates τους όταν μέλωσαν τις λυσσασμένες κιθάρες τους στο Bossanova, το πνεύμα του οποίου ουκ ολίγες φορές μοιάζει να παραβρισκόταν στο στούντιο μαζί με το κουαρτέτο – για να μη φορέσω το καπέλο μου από ασημόχαρτο και αναφέρω το εξώφυλλο με την πλύση του οφθαλμού, που φέρνει-πολύ-για-να-είναι-συμπτωματικό στη χαρακτηριστική σκηνή από τον Ανδαλουσιανό Σκύλο, αναφορά στην οποία κάνουν οι Pixies στο Debaser. Άλλες φορές δε, η παιχνιδιάρικη διάθεση της μπάντας τους οδηγεί να ακούγονται πιο funky από ποτέ, με Weymouth-ικές groovy μπασογραμμές και πολυρυθμούς.
Η πρώτη ακρόαση εγγυημένα εγείρει κάποιες αμφιβολίες σε εμάς που είχαμε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τον πιο νευρωτικό και «ερασιτεχνικό» χαρακτήρα του New Long Leg, όμως με το πέρας της πρώτης αυτής σύγχυσης είναι προφανές πως οι Dry Cleaning, όπως και άλλοι συμπατριώτες τους αυτής της σκηνής που ξεχώρισαν, χρειαζόταν να υπερβούν τα στεγανά της post-punk, που δεν χωρούσαν πλέον το εύρος του μουσικού οράματός τους, για να αναδειχθεί αυτό πλήρως.
