Μια περιπετειώδης ιστορία σχεδόν 40 χρόνων ακολουθεί και βαραίνει τις πλάτες της πιο cool μπάντας στον πλανήτη. Προστριβές, θάνατοι, καταχρήσεις και αποχωρήσεις είναι λίγα από τα εμπόδια που συνάντησαν στον δρόμο τους οι 4 εναπομείναντες μουσικοί από το Sacramento. Για να μην μακρηγορούμε, από το προηγηθέν, εκπληκτικό και αρκετά αδικημένο “Ohms” του 2020 έχουν μεσολαβήσει κάμποσα συμβάντα και πάλι: μία καραντίνα, η άχαρη και αρκετά δημόσια αποχώρηση του Sergio Vega των Quicksand, που αντικατέστησε τον αδικοχαμένο Chi Cheng στο μπάσο και υπηρέτησε σε κάμποσους επιτυχημένους δίσκους, όπως τα “Diamond Eyes”, “Koi No Yokan”. Επίσης, ο κιθαρίστας και κινητήριος δύναμη της μπάντας, Stephen Carpenter, αποφάσισε ότι δεν μπορεί να ταξιδεύει με αεροπλάνο, λόγω ζητημάτων υγείας αλλά και επειδή είναι υποστηρικτής της θεωρίας της επίπεδης γης…
Με όλα αυτά υπ’ όψιν, είναι σχεδόν απίστευτο πόσες φορές έχει επανέλθει από το χείλος της ανυπαρξίας η συγκεκριμένη μπάντα και πόση απήχηση έχει ακόμη και σε μικρότερες ηλικίες, έχοντας μία σταθερά ανερχόμενη δημοτικότητα, σε σημείο να στήνουν δικό τους φεστιβάλ στην εποχή που κυριαρχεί το TikTok. Η κριτική του Kerrang! ήταν και πάλι διθυραμβική, επισκιάζοντας λίγο τους δύο προηγούμενους δίσκους της μπάντας όλως αδίκως. Αλλά παραβλέποντας τον πρώτο ενθουσιασμό, τι απομένει;
Η αλήθεια είναι ότι στο “Private Music” οι Deftones κρατάνε και πάλι ψηλά τα στάνταρ της μουσικής τους χωρίς να κάνουν κάποιο δραματικό άλμα, στηριζόμενοι σε δοκιμασμένες συνταγές. Εν προκειμένω, την παραγωγή επιμελείται και πάλι ο Nick Raskulinecz, που είχε κάνει την παραγωγή και στα “Diamond Eyes” και “Koi No Yokan”, αλλά και σε μπάντες όπως οι Foo Fighters και Alice in Chains. Η μπάντα αποφάσισε να γράψει έναν πιο άμεσο δίσκο αυτή τη φορά και φαίνεται στο γεγονός ότι τα 11 τραγούδια παίζουν χωρίς ενδιάμεσα κενά και διαλείμματα, δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν concept δίσκο.
Ηχητικά, ο δίσκος είναι η αιώνια σύγκρουση του Chino Moreno, τραγουδιστή και κιθαρίστα, με τον Carpenter· δηλαδή η μελωδία πάνω σε βίαιη ενορχήστρωση. Οι επιρροές των Deftones κινούνται από τους Meshuggah ως τη Sade, πράγμα που φαίνεται σχεδόν σε κάθε δίσκο τους. Φωτεινό παράδειγμα το εναρκτήριο “My Mind is a Mountain”, όπου η ονειρικά παραμορφωμένη, πρίμα φωνή του Chino σερφάρει πάνω σε ογκώδη riff βγαλμένα από το “Chaosphere”. Στο “Locked Club” που ακολουθεί, ο αφανής ήρωας Abe Cunningham κρατάει τον ρυθμό με ένα εμβατηριακό ρούλο στο ταμπούρο, ενώ ο Chino Moreno απαγγέλλει σαν παρανοϊκός δικτάτορας, για να καταλήξει σε ένα ακόμη άκρως μελωδικό refrain, θυμίζοντας τις πάλαι ποτέ μέρες του nu metal — ενός είδους που οι Deftones έχουν αφήσει πίσω εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια.
Στο αμέσως επόμενο “Ecdysis”, που μοιάζει βγαλμένο από το ντεμπούτο των Filter, ο Moreno τραγουδάει πάνω από ένα κυκλωτικό riff, κάτι που επαναλαμβάνει και στην αμιγώς shoegaze μπαλάντα “I Think About You All the Time”. Είναι προφανές ότι πολύ συχνά η φωνή του Moreno παίρνει τον ρόλο οργάνου, καθώς έχει μάθει να τη μεταχειρίζεται έτσι και στα υπόλοιπα project του, όπως οι Crosses, Palms και Team Sleep.
Το χιτ του δίσκου, “Milk of the Madonna”, θυμίζει το “Mein” από το “Saturday Night Wrist” του 2007 (χωρίς τη συνδρομή του Serj Tankian), ενώ στο αποχαιρετιστήριο και πένθιμο “Departing the Body” η απλότητα κερδίζει τις εντυπώσεις. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ακούμε τη φωνή του Moreno να πιάνει τόσο χαμηλές νότες στην εισαγωγή ενός τραγουδιού, φέρνοντας στο μυαλό το “Hearts/Wires” από το “Gore” του 2016.
Συνοπτικά και με το χέρι στην καρδιά: οι Deftones ήρθαν για να μείνουν, αλλά σίγουρα έχουν αρχίσει να ανακυκλώνονται. Φρονώ ότι ο παρών δίσκος δεν θα μείνει χαραγμένος με χρυσά γράμματα στην ιστορία της μπάντας, ενώ με θλίβει που τύπος και ακροατές έχουν χαντακώσει τα δύο προηγούμενα αριστουργήματα για έναν δίσκο που ουσιαστικά αναμασάει τα ίδια. Είμαι κάπου στη μέση, όντας ορκισμένος οπαδός επί 25 και πλέον χρόνια.
