Επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια, είδαμε ξανά σκόνη να σηκώνεται στη Μαλακάσα. Με ένα απολαυστικό line-up και ένα σύνθημα που όλους μας ενώνει, το Terra Vibe θύμισε τις παλιές, καλές εποχές του. Το πολιτικά φορτισμένο show των Kneecap, παρέα με το groovάτο ταπεραμέντο των σπουδαίων Cypress Hill, μας χάρισε μια βραδιά γεμάτη πάθος, ένταση και μια μικρή ελπίδα για το μέλλον αυτού του σκατόκοσμου.
Ανταπόκριση: Πάνος Παναγιωτόπουλος / Φωτογραφίες: Αναστασία Παπαδάκη
Αν και οι Cypress Hill έχουν ακόμη σταθερή παρουσία στη δισκογραφία, κάθε τους εμφάνιση καταχωρείται πλέον περισσότερο ως ένα νοσταλγικό 90’s hip-hop act, παρά ως σύνδεση με το σημερινό μουσικό τους status. Αν και –όλοι το ξέρουν αυτό– κάθε νέο τους LP βάζει κάτω τη μισή rap σαβούρα που κυκλοφορεί εκεί έξω, οι Λατίνοι προτιμούν να συνδέουν τις ζωντανές τους εμφανίσεις με τη «χρυσή» περίοδό τους (τα τρία-τέσσερα πρώτα τους δισκάκια δηλαδή), παρά με την πιο πρόσφατη πορεία τους. Και όπως τελικά αποδείχθηκε, πολύ καλά κάνουν.

Μετά την κλωτσιά στα μούτρα που φάγαμε απ’ τους Kneecap (θα τα πούμε παρακάτω αυτά), ο DJ Muggs φρόντισε να προετοιμάσει το κοινό με ένα μικρό intro set, γεμάτο rock αναφορές – ακούσαμε ένα mixed medley από Led Zeppelin μέχρι μια scratchαριστή version του “Enter Sandman” – περνώντας απευθείας στα σκληρά, καθώς το “When The Shit Goes Down” ήταν αυτό που έφερε τους B-Real και Sen Dog στη σκηνή. Από ’κεί και πέρα, όλα τα hits του αγαπημένου σχήματος ήταν εκεί. “Cock The Hammer”, “Tequila Sunrise”, μια συμπαθητική παραλλαγή του “Illusions”, και το “Boom Biddy Bye Bye”, μεταξύ άλλων. Η αποθέωση όμως ήρθε τη στιγμή που τα “I Ain’t Going Out Like That”, “Insane In The Brain” και “How I Could Just Kill A Man” έπαιξαν back to back.

Σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, το “Bombtrack” των Rage Against The Machine σήκωσε τους πάντες στον αέρα, για να πάρει αμέσως σειρά το “Can’t Get The Best Of Me”, που μας σύνδεσε απευθείας με την τσιγαρίλα του Mo’ Better. Σπουδαίοι οι Cypress Hill και απόλυτα fun η στιγμή όπου το “Jump Around” των House Of Pain έκλεισε την παράστασή τους.

Βέβαια, οι Kneecap που προηγήθηκαν ήταν μια αποκάλυψη. Δεν ξέρουμε αν αυτοί οι Ιρλανδοί θα αλλάξουν το hip-hop όπως το ξέρουμε και τη βαρετή νόρμα του, πάντως οι ζωντανές τους εμφανίσεις είναι αντάξιες του hype που τους συνοδεύει. Με αδιανόητο ρυθμό και εξαιρετική σκηνική παρουσία, τα τσογλάνια από το Μπέλφαστ παρουσίασαν στο κοινό μια αυθεντικά οργισμένη performance, πέρα από κάθε trend και φασεϊσμό (όπως εύκολα κάποιοι τους χαρακτήρισαν), ανοίγοντας συνεχώς mosh pits και δημιουργώντας έναν κακό χαμό, σε ένα εκρηκτικό set με ατελείωτο χορό και ένταση. Ένα πανέμορφο μπάχαλο.

Πέρα όμως από το μουσικό τους set, που στεκόταν ξεδιάντροπα κάπου μεταξύ hip-hop/big beats και ενός underground rave, το πολιτικό τους στίγμα ήταν αυτό που τελικά έκλεψε την παράσταση. Με μια σημαντική δίκη να εκκρεμεί ήδη εις βάρος του Mo Harra (ενός εκ των τριών Kneecap), οι Ιρλανδοί δεν σταμάτησαν στιγμή να τοποθετούνται υπέρ της ελευθερίας του Παλαιστινιακού λαού και του τερματισμού της γενοκτονίας που συντελείται αυτή τη στιγμή εκεί.

Μια γενοκτονία χωρίς εισαγωγικά, καθώς τη στιγμή που εμείς χορεύουμε και πίνουμε μπύρες στο αγαπημένο μας χωράφι, λίγο παραπέρα πεθαίνουν παιδιά. Λίγο νωρίτερα, μέλη του March To Gaza έκαναν επί σκηνής παρέμβαση, καλώντας τον κόσμο να εμποδίσει τη μεταφορά πολεμικού υλικού με καράβι προς το Ισραήλ, που θα έκανε στάση στο λιμάνι του Πειραιά το πρωί της Δευτέρας. Στη σωστή πλευρά της ιστορίας οι Kneecap, και οι δεκάδες σημαίες της Παλαιστίνης που κυμάτιζαν κατά τη διάρκεια του set τους είναι απόδειξη πως είμαστε μαζί τους. Μαζί τους για το αυτονόητο.

Από αυτή τη σημαντική βραδιά του φεστιβαλικού θεσμού, που κλείνει αισίως τα 30 του χρόνια, δεν έλειψαν και οι ντόπιες φωνές. Οι Fighting Flies, που άνοιξαν πρώτοι τους ενισχυτές, τα έδωσαν όλα μέσα στον ήλιο, παραδίδοντάς μας ένα ιδρωμένο –μα απόλυτα γκαζωμένο– punk rock set, που συνόδεψε τις πρώτες μας μπύρες. Χωρίς –οι περισσότεροι– να έχουμε την παραμικρή ιδέα γι’ αυτούς, τους βάλαμε απευθείας στη λίστα με τα group που πρέπει να έχουμε το νου μας στο μέλλον. Στα πολύ υπέρ τους, το μικρό –μα αποτελεσματικό– fan club που είχαν στήσει από κάτω τους.

Σειρά στη σκηνή ο ακομπλεξάριστος Lobo, ο οποίος με ένα όμορφο set από ρίμες, έναν κιθαρίστα και τον DJ του, μας έμπασε όμορφα στο κυρίως μουσικό genre της ημέρας, χωρίς πολλά-πολλά και αβανταδόρικες φλυαρίες. Ήταν cool, μας τα είπε ωραία, χάθηκε και καναδυό φορές στο flow του, το διαχειρίστηκε μια χαρά, τον συμπαθήσαμε φουλ.

Οι Jaul x Stolen Mic που ακολούθησαν, ήταν μια εντελώς άλλη πίστα. Γεμάτοι νεύρο και ένταση, υπό τα beats του DJ Unwound, οι δύο MCs έσπειραν και θέρισαν, ξεσηκώνοντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού του φεστιβάλ – απόδειξη πως οι μεγάλες πίστες δεν τους φοβίζουν. Το performance τους ήταν κάτι παραπάνω από φοβερό. Τα parts τους στην αγγλική γλώσσα δε, απολαυστικότατα. Το μήνυμά τους επίσης το ίδιο: Λευτεριά στην Παλαιστίνη. Ντόπιο hip-hop με ουσία και παλμό δηλαδή.

Σχεδόν από το πουθενά, αυτή ήταν μία από τις πιο εντυπωσιακές –και συγκινητικές– φεστιβαλικές μέρες του φετινού καλοκαιριού.
