Έπειτα από τόσες και τόσες επισκέψεις των Clutch στην Αθήνα, κι έχοντας να δω τους μόρτηδες από το Maryland τουλάχιστον 15 χρόνια, το φετινό τους live στο Floyd ήταν η ιδανική ευκαιρία για catching up…
Ανταπόκριση: Ζακ Ανανιάδης / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου (full photo report)
Οι ντόπιοι ΛΔΛΜ (ή αλλιώς ADAM) ήταν το μοναδικό support της βραδιάς. Κατά τις 9 πάρα δέκα ανέβηκαν στη σκηνή, και ξεκίνησαν με το τριπαριστό αλλά super-heavy ‘Enter: Oblivion’. Τα παλικάρια αρέσκονται στο να ακροβατούν ανάμεσα σε Alternative Rock και Post-Grunge πλαισιώνοντας τον ήχο τους με μελαγχολικά/ψυχεδελικά soundscapes, και το ‘Never Say Never’ που ακολούθησε αποδεικνύει αυτό ακριβώς. Ανανεωμένη η σύνθεση της μπάντας, με τον Μάρκο Πανικίδη στη θέση του drummer και μόλις το δεύτερο λάϊβ μαζί τους – παρ’ όλα αυτά το δεμένο παίξιμό τους δεν πρόδιδε τίποτα από τα προαναφερθέντα.

Άρτιος ήχος, σφιχτό performance που όμως έβγαζε ένα looseness και μια χαλαρότητα, κάνοντας το όλο μουσικό τους εγχείρημα να δείχνει πιο εύκολο απ’ ότι είναι. Η τριάδα των εγχόρδων μπροστά (2 κιθάρες όπου η μια συμπλήρωνε την άλλη, κι ένα μπάσο θεμέλιο) δεν άφηνε το παραμικρό κενό αμηχανίας ή περιττών μουσικών θεμάτων, κάτι που κερδίζεται με την εμπειρία ή/και με την παθιασμένη ενασχόληση/σπουδή με τη μουσική. Οι ΛΔΛΜ έκλεισαν το σετ τους με το υπνωτικό ‘Super Silver Haze’, αφήνοντας μου τις καλύτερες εντυπώσεις.

Εν τω μεταξύ το Floyd αρχισε να τιγκάρει στο μεσοδιάστημα. Το 20λεπτο μεταξύ των ΛΔΛΜ και Clutch, φάνηκε να διαρκεί μια αιωνιότητα, κάνοντας τη στιγμή οπου οι Clutch βγήκαν (επιτέλους) στο σανίδι του Floyd, την πιο λυτρωτική της βραδιάς. Χωρίς πολλά πολλά ο Neil Fallon και η παρέα του ξεκίνησαν με το ‘The Mob Goes Wild’, εναρκτήριο λάκτισμα για τους λυσσασμένους έμπροσθεν της σκηνής. Ακολούθησαν τα ανεβαστικά ‘Subtle Hustle’, και ‘X-Ray Visions’ μαζί με ‘Firebirds’ από το Psychic Warfare του ’15, κρατώντας την μηχανή σε υψηλές στροφές, καθότι ήτο νωρίς και η ηχητική βολτάδα στα πέριξ του Maryland μόλις ξεκινούσε. Το ‘Slaughter Beach’ ήταν μια καλή ευκαιρία να γκρουβάρουμε, για λίγο όμως μέχρι να μπεί στα καπάκια το ‘Earth Rocker’, όπου και όλος ο κόσμος χτυπιόταν, κατόπιν παρότρυνσης του αεικίνητου “preacher man” Neil Fallon.

Με το που έπιασε την κιθάρα του ο Neil ήμουν σχεδόν σίγουρος για το κομμάτι που θα ακολουθούσε. Και δεν έπεσα έξω… Στο πρώτο άκουσμα των αρπισμάτων του Neil σχεδόν όλο το Floyd ούρλιαξε σύσσωμο, καθώς ήταν φανερό πως το ‘The Regulator’ είχε την σειρά του. Αρκετοί τραγουδούσαν τους στίχους, άλλοι απλά χτυπιούνταν με τον ρυθμό, ενώ οι περισσότεροι απολάμβαναν την μπύρα τους όπου, ομολογουμένως, έρεε άφθονη. Με το ‘Crucial Velocity’ σοβάρεψε λίγο η ατμόσφαιρα, ενώ στο ‘The Soapmakers’ ο Fallon “κούμπωσε” πάλι την κιθάρα του και γκρούβαρε μαζί με τους υπόλοιπη μπάντα. Το ‘Drifter Returns’, που έπαιξαν μετά, είναι μια ξαναδουλεμένη version του ‘The Drifter’ από το Jam Room του 1999. Ενδιαφέρουσα η επαναφορά στη ζωή ενός ξεχασμένου κομματιού, με το ‘Nosferatu Madre’ δυστυχώς να του ρουφάει το αίμα στη συνέχεια.

Επί σκηνής οι Clutch κρατάνε μια παράξενη ισσοροπία. Έχεις δεξιά κι αριστερά στις πτέρυγες Tim Sult στην κιθάρα και Dan Maines στο μπάσο, ψύχραιμοι και προσηλωμένοι στα έγχορδά τους μέχρι τη στιγμή που θα χρειαστεί να βγούν μπροστά – και στον κάθετο άξονα έχεις Jean-Paul Gaster να λυσσάει στα τύμπανα κρατώντας τα μπόσικα, και τον Neil Fallon στην επίθεση να κάνει τα δικά του.
Το medley που ακολούθησε, αποτελούταν από τα ‘Big News’ (νομίζω έπαιξαν part Ι και II), μαζί με το instrumental και σε αρκετά dub εκδοχή ‘Tim Sult Vs. The Greys’, καταλήγοντας στο ανεπανάληπτο ‘A Shogun Named Marcus’, ιδανικό ξέσπασμα για το κλείσιμο αυτής της ενότητας. Στο ‘D.C. Sound Attack!’ ο Neil έπιασε την κουδούνα και την φυσαρμόνικα (τίμιος, δε λέω…), ενώ μετά το τέλος του μυστικιστικού κι απόκοσμου ’Spacegrass’ οι Clutch χαιρέτησαν τον κόσμο, σε πρώτη φάση, για το αναμενόμενο encore.

Κατόπιν έντονης παράκλησης του κοινού οι Clutch ξαναβγήκαν στη σκηνή για μερικά κομμάτια ακόμα, standard procedure δηλαδής. Το ‘Electric Worry’ είχε την τιμητική του. Από τις πρώτες νότες το Floyd πήρε φωτιά, ενώ το circle pit μπροστά από την μπάντα έφερνε τις τελευταίες του γυροβολιές γι’ απόψε. Και για το τέλος, η παρέα από το Maryland, μας έπαιξαν την μπόμπα διασκευή του ‘Fortunate Son’ των Creedence Clearwater Revival. Κάπως έτσι η βραδιά κορυφώθηκε, τα φώτα άναψαν, μας αποχαιρέτησαν (μέχρι την επόμενη φορά), ενώ ο κόσμος έκανε να τις πρώτες απέλπιδες κινήσεις για γρήγορη εκκένωση του χώρου.
Μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι οι Clutch έδωσαν ένα γεμάτο show (κι ας μην έπαιξαν το ‘Burning Beard’), όπου το απογυμνωμένο, απέριττο, straigtforward Rock ’n’ Roll είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Α, ναι.. και οι μπύρες, μη ξεχνάμε τις μπύρες.

