Οι στρατιές των οπαδών των Candlemass ανά τον κόσμο δέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή του Johan Längqvist στη θέση του τραγουδιστή – frontman και την έξοδό τους από τη χειμερία νάρκη που ακολούθησε το “Psalms for the Dead” του 2012. Ο άνθρωπος που ερμήνευσε το αριστουργηματικό “Epicus Doomicus Metallicus” (1986) είχε δείξει με τη συμμετοχή του σε πρόσφατες επετειακές εμφανίσεις της μπάντας ότι «το έχει» ακόμα. Δικαίως λοιπόν δημιουργήθηκαν προσδοκίες για επιστροφή τους στον επικολυρικό ήχο των δοξασμένων 80’s.
Υπήρχαν βέβαια και οι δύσπιστοι (στους οποίους ανήκει και ο γράφων), οι οποίοι πίστευαν ότι θα σερβιριστούμε πάλι την generic, καλή, αλλά όχι και σπουδαία, doom metal σούπα, που μας σερβίρει ο Leif Edling τα τελευταία 10-15 χρόνια, τόσο μέσω των Candlemass, όσο και από τα διάφορα projects του (Avatarium, The Doomsday Kingdom). Δυστυχώς η αλήθεια δικαιώνει, μάλλον, τους δεύτερους.
Ο τρόπος που ξεκινά, βέβαια, το 12ο album της μπάντας με έκανε να καταπιώ αρχικά τη γλώσσα μου. Το “Splendor Demon Majesty” μπαίνει με τσαμπουκά και δείχνει γρήγορα τα δόντια του. Οι μουσικοί φαίνονται ορεξάτοι και o Längqvist δυνατός, αν και η φωνή ακούγεται ύποπτα χαμηλά στη μίξη. Το δε “Under the Ocean”, που ακολουθεί, είναι μάλλον το καλύτερο του δίσκου. Μια εισαγωγή παρμένη «καρφί» από Avatarium και ένα μεγαλειώδες riff μας μεταφέρουν στον κόσμο του Ωκεανού. Όμορφες και επιβλητικές φωνητικές γραμμές έχουμε εδώ. Η συνέχεια, όμως, αρχίζει να χωλαίνει. Το “Astorolus”, το πρώτο που κυκλοφόρησε από το album, πέραν του κάπως αξιομνημόνευτου riff, επιδεικνύει τη χρυσή μετριότητα. Το δε πολυδιαφημισμένο solo που προσέφερε ο Iommi για να στηρίξει τον δίσκο είναι από αυτά που φτιάχνει στο μυαλό του στην τουαλέτα ανάμεσα στις πίστες του Candy Crash.
Στη συνέχεια η συλλογή των τραγουδιών κάνει μία κοιλιά μεγαλύτερη από αυτή του Messiah Marcolin. Η παντελώς ξενέρωτη μπαλάντα “Bridge of the Blind” δεν απογειώνεται ποτέ, ενώ η μελωδία της δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να στηρίξει την ύπαρξή της. Το αδιάφορο “Death’s Wheel” θυμίζει έντονα εποχή Robert Lowe, ενώ το “Black Trinity” ξεκινά μεν με υπέρβαρο riff που σε κάνει να πεις “εδώ είμαστε”, στη συνέχεια όμως πέφτει στη σούπα που λέγαμε προηγουμένως. Ο δε ψυχεδελικός νεωτερισμός στο μέσο του δεν έχει κανένα αισθητικό αντίκτυπο.
Ακολουθεί η επανηχογράφηση του “House of Doom” που ακούσαμε από τον Mats Levén στο ομώνυμο EP, το 2018. Αυτή εδώ η έκδοση είναι σαφώς ανώτερη, τόσο σε φωνητική ερμηνεία όσο και σε παραγωγή (το μέρος με το όργανο στη μέση ακούγεται υπέροχο). Με έκανε να αναθεωρήσω για το κομμάτι που μου είχε φανεί αρχικά μέτριο. Κλείσιμο του δίσκου με το “The Omega Circle”, που θα έπρεπε να είναι αρκούντως επικό. Κατά τη γνώμη μου δεν τα καταφέρνει. Νομίζω ότι το έχω ξανακούσει από τη μπάντα 100 φορές.
Οι Candlemass δεν θα μπορέσουν ποτέ να μας ξαναδώσουν τη μαγεία των πρώτων 5 δίσκων. Δεν θα ξανακούσουμε φωνητικές γραμμές που να μας στοιχειώνουν μία ζωή και υπέροχα solos που θα μπορούμε να τραγουδάμε κάθε τους νότα. Κυκλοφόρησαν ένα αξιοπρεπές έργο, που δεν τους εκθέτει, αλλά δεν θα διαρκέσει και πάνω από 10 ακροάσεις.
