Σάββατο βράδυ λοιπόν, και στην ατζέντα μου γράφει: Calibro 35, Gazarte Main Stage. Καιρό είχα να καλύψω live…Ενθουσιασμένη και ελαφρώς κουρασμένη, καθότι βρίσκομαι σε κίνηση από το πρωί, φτάνω στον χώρο κατά τις 21:00, λίγο πριν την έναρξή τους δηλαδή. Έχει αλλάξει το πρόγραμμά μου και δεν προλαβαίνω τις ώρες των live, ούτε τις καθημερινές, μα ούτε και αρκετά Σαββατοκύριακα. Το Gazarte όμως, μου επιφυλάσσει μια ευχάριστη έκπληξη, δώρο: δεν θα έχει καθόλου όρθιους απόψε.
Ανταπόκριση: Κική Ηλιάδου / Φωτογραφίες: Calibro 35
Έτσι, σε τραπέζι κι εγώ, κυρία, βολεύομαι ανάμεσα στον χαμηλό φωτισμό και στην, από τα κεριά, αρωματοφωτισμένη ατμόσφαιρα. Το αυτί μου πιάνει διαλόγους στα ελληνοϊταλικά, χαμογελώ. Νιώθω ήδη καλά και άνετα ως θεατής/ανταποκρίτρια. Θεωρώ πως η sitting εφαρμογή παράγει διαφορετικό χαρακτήρα, ανταλλαγή και συνδιαλλαγή. Ναι μεν, δεν θα χορέψεις με τη μουσική ως όρθιος (χωρίς να σημαίνει ότι δεν χορεύεται η εν λόγω μουσική), επομένως έχεις την ευκαιρία να την παρατηρήσεις – να την παρακολουθήσεις, να την αισθανθείς αλλιώς· σαν να τη μελετάς, θα το πω. Αρκετά ταιριαστή συνθήκη με το περίτεχνο, cinematic ταμπεραμέντο τους, με δάνεια από Ennio Morricone, Armando Trovajoli και Luis Bacalov να επανασυνθέτονται.
Ο Enrico Gabrielli, πολυεργαλείο, μετακινείται διαρκώς, καθώς περιτρυγυρισμένος από τα keyboards, πειραματίζεται με τους ποικίλους ήχους που είναι κουρδισμένα – προσαρμοσμένα να αποδίδουν, στις μεταξύ τους συμφωνίες – ασυμφωνίες και στα εφέ που δημιουργούν, πειράζοντάς τα. Σαν ανήσυχος καλλιτέχνης και πολυγνώστης της μουσικής τέχνης, πότε παίζει με το ξύλινο ή το μεταλλικό του φλάουτο, ανάλογα με την υφή και τις τονικότητες που του χρειάζονται, και άλλοτε με το σαξόφωνο (προπαντός σε λογική τρομπέτας). Προσφέρει νέους ήχους, που μοιάζει να τους εξερευνά ασταμάτητα, να τους ενσωματώνει στις εμμονές του, να τους δίνει σχήματα, να τους μελωποιεί, να τους τραντάζει και να τους ενεργοποιεί.

Σαν μαέστρος, μεθοδικά καθοδηγεί και τους υπόλοιπους της μπάντας, με πρώτο συμπαίκτη του τον Massimo Martellotta. Έτσι, ψυχεδελιάζει κι άλλο το σύνολο, όχι μόνο με τα παιχνιδίσματά και τα παραληρήματά του στην κιθάρα, μα κι όταν καταπιάνεται κι αυτός με τα πλήκτρα. Πολύ εκφραστικά και γενναιόδωρα επικοινωνεί, λειτουργεί σαν το κλειδί της οδηγίας για την τελική, ακουστική μορφή των δοκιμών – παραλλαγών τους. Σε πλήρη συνεργασία και αρμονία με τον Fabio Rondanini στα τύμπανα, ως υπεύθυνο της βάσης και του σεβασμού τους στα κινηματογραφικά themes, στην κλασική παιδεία και στην jazz αισθητική, επιλέγουν μία άλλη εκδοχή τους – λίγο πιο noir-funk, ταξιδιάρικη και groovy πειραματική – εφόσον στέκει σύμφωνος και ο Luca Cavina στο μπάσο.
Με μοναδική, μικρή αστοχία στο “Vitamin C” (Can) / συν φωνή-task, από τα πολύ οικεία ηχοτοπία “Reptile Strut”, “Il buono, il brutto, il cattivo” (The Good, the Bad and the Ugly, main theme), “The Tang”, σε space και cosmic afro-beats (“Universe of 10 Dimensions”), ονειρικές αποδράσεις (“Chaser”) και υψηλής τεχνικής γνώση, vs τα όρια τρέλας και αυτισμού (“Trafelato”), οι Calibro 35 δικαίως έχουν βραβευτεί γι’ αυτήν τους την ενδιατριβή πάνω στα 60’s–70’s movie soundtracks.
Με ένα “Καληνύχτα, ευχαριστώ, my English is worse, I’m a disaster. Well, I hope you spend the best of your lifetime here, καληνύχτα, ciao”, από τον Gabrielli, οι τέσσερις κύριοι στα μαύρα κουστούμια – άσπρα πουκάμισα – μαύρες γραβάτες – ενίοτε μαύρες μπαλακλάβες στο πρόσωπο, υποκλίθηκαν και αποχώρησαν ιδρωμένοι. Tommaso Colliva στην παραγωγή.

