Βράδυ Πέμπτης και βρεθήκαμε να κατευθυνόμαστε στην Τεχνόπολη στο Γκάζι αντί για τον Λυκαβηττό που περιμέναμε. Δε θέλω να μείνω σε αυτό παραπάνω από όσο χρειάζεται, αλλά αξίζει να ειπωθεί ότι οι αλλαγές venue αν και δεδομένα θα συμβούν κάποιες φορές, εν τούτοις δεν είναι και κάτι που είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε σαν φυσικό μέρος της διαδικασίας. Όπως και να ‘χει, εμείς μάλλον τυχεροί ήμασταν σε σχέση με άλλους – ξέρετε τι εννοώ – οπότε πάμε παρακάτω.
Ανταπόκριση: Μανώλης Ροδοκανάκης / Φωτογραφίες: Σπύρος Φατούρος
Αρχή με τους Beast in Black που άνοιξαν την βραδιά, και αποδείχτηκαν πιο μπαρουτοκαπνισμένοι από όσο περίμενα. Όχι ότι είναι καμιά χτεσινή μπάντα, ή ότι τα μέλη τους υπολείπονται σε πρότερη εμπειρία, αλλά και πάλι, ο τρόπος που πάτησαν την σκηνή ήταν εντυπωσιακός. Και στερούνταν και του φυσικού αρχηγού και ιδρυτή τους Anton Kabanen, ο οποίος όπως μάθαμε αντιμετώπισε κάποια θέματα υγείας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ταξιδέψει, πράγμα το οποίο υποθέτω δύσκολα σε αφήνει ανεπηρέαστο. Από την άλλη ο Γιάννης ήταν σε εξαιρετική φόρμα, χαρούμενος και ο ίδιος φαντάζομαι για την επίσκεψη στα πάτρια εδάφη, οπότε μάλλον η κατάσταση εξισορροπήθηκε. Ο ήχος ήταν σε γενικές γραμμές καλός, αν και η αλήθεια είναι ότι κάπου η ρυθμική κιθάρα χάνονταν.

Δεδομένης πάντως και της απουσίας του δεύτερου κιθαρίστα δεν ξέρω κατά πόσο είναι δίκαιο να το χρεώσω εξ ολοκλήρου στο venue, κρατήστε το πάντως αυτό γιατί το κομμάτι ήχος, χωρίς ποτέ να γίνει τεράστιο πρόβλημα, μας συντρόφεψε και στην συνέχεια. Οι κύριοι πάντως δεν φάνηκαν να πτοούνται ούτε από αυτό ούτε από την αποπνικτική ζέστη, παίξανε περίπου μία ώρα, ο κόσμος γούσταρε, η μπάντα γούσταρε, η φωνή του Γιάννη είναι πραγματικά εντυπωσιακή, το κάπως party metal τους ήταν το ιδανικό ξεκίνημα, και όπως ο ήλιος άρχισε να πέφτει σιγά σιγά τα πράγματα ήταν στρωμένα ιδανικά για την συνέχεια…

Η οποία συνέχεια είναι φαντάζομαι μέσες άκρες γνωστή στους περισσότερους από εσάς, είτε ήσασταν εκεί το βράδυ της Πέμπτης είτε όχι. Οι Blind Guardian βλέπετε όχι δεν είναι άγνωστοι στο Ελληνικό κοινό, είναι τόσο γνωστοί που τα τελευταία χρόνια έρχονται κάθε χρόνο, με αποκορύφωμα εκείνη την παράνοια τον Οκτώβρη του ’23 που παίξανε τέσσερις (4!) φορές μέσα σε λιγότερο από μία βδομάδα, τρείς στην Αθήνα και μία στην Θεσσαλονίκη. Οπότε πάμε να δούμε τι αξίζει να πούμε από την τελευταία εμφάνιση που μπορεί να μην το ξέρετε.

Αρχικά το concept ήταν ότι η συγκεκριμένη εμφάνιση θα βιντεοσκοπούνταν, υποθέτω με σκοπό να κυκλοφορήσει σε κάποια μορφή στο μέλλον, οπότε ο χώρος πέρα από ένα drone που έκανε μονίμως βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας, ήταν γεμάτος από κάμερες. Επίσης το setlist ήταν δομημένο κάπως «εορταστικά» για να το θέσω κάπως, με αποτέλεσμα όχι μόνο να κρατήσει πάνω από δύο ώρες, αλλά και να περιλαμβάνει κομμάτια όπως τα “Mordred’s Song” και “Tanelorn” που είχαμε πολλά πολλά χρόνια να ακούσουμε. Γενικά μπορεί το μπάσιμο με “Ninth Wave” να έκανε πολύ κόσμο να ξύσει το κεφάλι του με απορία, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να έχει ουσιαστικό παράπονο από την επιλογή των κομματιών.

Ο ήχος μιας που τον αναφέραμε πιο πάνω ήταν και πάλι σε γενικές γραμμές καλός, ειδικά στα πιο straight κομμάτια, αλλά στις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές – σας είπα ότι ακούσαμε και “And Then There Was Silence”, ε; – κάπως «άδειαζε» αν αυτό βγάζει νόημα, με αποτέλεσμα να χάνεται λίγο η αίσθηση των κομματιών. Ο κόσμος ήταν λίγο κρύος, ή τέλος πάντων πιο κρύος από ό,τι τον έχω συνηθίσει σε συναυλίες Guardian, αλλά μπορείς πραγματικά να τον αδικήσεις με τέτοια ζέστη;
Ε, τα υπόλοιπα είναι πάνω κάτω γνωστά, όπως είπαμε και πριν. Η μπάντα αποδίδει άψογα, ο Hansi μιλάει ασταμάτητα ανάμεσα στα κομμάτια, λιγότερο frontman και περισσότερο παλιός φίλος που έρχεται να σε δει, οι Andre και Marcus είναι ένα ιστορικό πλέον κιθαριστικό δίδυμο και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι έχουν δημιουργήσει σχολή, ο κόσμος είπε όλο το Bard’s Song, τράβηξε την επωδό του Valhalla όσο πάνω κάτω θα περιμένατε, ε τι άλλο να ζητήσεις πια; Ο ίδιος ο Hansi ξεκίνησε λέγοντας ότι αν έχεις ένα εξαιρετικό κοινό, μια μέτρια μπάντα και μερικά επικά κομμάτια, τότε τίποτα δε μπορεί να πάει στραβά. Πόσο μάλλον αν η μπάντα, μεταξύ μας, δεν έχει υπάρξει ποτέ μέτρια έτσι; Τα κομμάτια δεν θα τα σχολιάσω, δε θέλω να ακουστώ γραφικός, αλλά τα έχει κρίνει η ιστορία πια. Δε ξέρω πόσο επικότερο θα ήταν όλο αυτό που ζήσαμε αν είχε λάβει χώρα στον Λυκαβηττό, αλλά εν τέλει δε νομίζω ότι κανείς πέρασε άσχημα. Άντε και του χρόνου!

