Τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα όταν έμαθα πως θα παίξουν οι Black Flag στην Αθήνα – ιστορική μπάντα του πρώιμου Αμερικάνικου χάρντκορ. Από τη μια η σχεδόν ανύπαρκτη original σύνθεση, από την άλλη το συναισθηματικό κομμάτι της νοσταλγίας & the good ol’ days. Εν τέλει, κατηφόρισα στο Arch το βράδυ της Πέμπτης, τιμής ένεκεν…
Ανταπόκριση: Ζακ Ανανιάδης / Φωτογραφίες: Έλενα Πατσουράκου
Κατά τις 10 η ώρα βγήκε η μπάντα στη σκηνή, υπό ένθερμο καλωσόρισμα, και ξεκίνησαν με το ‘Fucked Up’, διασκευή/refurbished από το project Good For You των Greg Ginn & Mike Vallely, ένα γιούργια warm-up track για το ξεκίνημα, και ακολούθησαν στα καπάκια old-time classics όπως ‘Nervous Breakdown’, ‘Wasted’, ‘Black Coffee’, ‘Six Pack’, ‘Depression’, αλλά και ‘Nothing Left Inside’ από τη proto-sludge δισκάρα My War.
Κάπου εδώ έκανε ένα break η μπάντα, όχι encore, μάλλον για να ξαποστάσει ο γερο-Greg. Λογικό.
Στο δεύτερο μισό του λάϊβ μπήκαν με το ‘My War’, και συνέχισαν με τα ‘Gimme Gimme Gimme’, ‘Slip It In’, ‘Jealous Again’, το διαβόητο ‘Rise Above’, τη κλασσική διασκευή του ‘Louie Louie’, και έκλεισαν το σετ (έχοντας παίξει περίπου μιάμιση, κοντά δύο ώρες) με το ‘Fucked Up’, ξανά, όπως ξεκίνησαν.
Ζεστή η ανταπόκριση του κόσμου – κυρίως από τους νεώτερους, δεμένη η μπάντα (δε λέω), ο ντράμερ κοπανάγε αλύπητα, ο Greg Ginn κλασικά με τις ιδιαιτερότητες στη κιθάρα, στιβαρός ο μπασίστας, λίγο μας τα πήρε τ’ αυτιά με τις τσιρίδες της η τραγουδίστρια αλλά δε βαριέσαι. Μια χαρά το λάϊβ…

ΑΛΛΑ ΓΙΑ BLACK FLAG COVER BAND ΠΟΥ ΤΥΧΑΙΝΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ Ο GREG GINN ΚΙΘΑΡΑ!
Γιατί η μουσική δεν είναι ποδοσφαιρικός σύλλογος με ρόστερ που αλλάζει ατέρμονα στον αιώνα τον άπαντα, με αλλεπάλληλες μεταγραφές φορώντας την εκάστοτε φανέλα. Μ’ αυτή τη λογική οι Beatles θα μπορούσαν να παίζουν ακόμα με τον McCartney και τον Ringo, μαζί με τους γιους του John Lennon, τον μπατζανάκη του George Harrison και τη Yoko Ono. Ούτε κολεκτίβα των Residents το έπαιξαν ποτέ οι Black Flag, να κρύβονται πίσω από κοστούμια, φορεσιές, κι ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από τα μέλη που τους απαρτίζουν, με την ευκολία να αλλάζουν σύνθεση όποτε τους τη βαρέσει. Λίγη αξιοπρέπεια ρεϊ…
Υπάρχει μια νοητή γραμμή μεταξύ του υποφερτού και του ανυπόφορου, διαχωρίζοντας έτσι τον (αλληλο)σεβασμό από την κοροϊδία. Δε ξέρω ποια είναι η ιδανική συνταγή (πόσο αγνώριστη δηλαδή μπορεί να γίνει μια μπάντα από την αρχική της σύνθεση και να σε “πείθει” στο τέλος…) αλλά όποτε τυχαίνει και τη “δοκιμάζω” καταλαβαίνω κι αν μ’ αρέσει.

Κακά τα ψέματα, αρκετές από τις παλιές hardcore/punk μπάντες ποντάρουν στην νοσταλγία του κόσμου, στο μουσικόφιλο κοινό που έχει μεγαλώσει με τη μουσική τους. Πουλάς νοσταλγία; Τουλάχιστον κάν’ το decent το πράμα Mr. Ginn, φέρε μεταγραφές με ειδικό βάρος και ιστορία (βλ. Mike Vallely). Και οι TSOL έπαιξαν το ’23 με τον Jack Grisham ως το μοναδικό μέλος από τη βασική τους σύνθεση (δες εδώ) αλλά τα παλικάρια με έπεισαν.
Εν ολίγοις, θα το σεβόμουν περισσότερο το όλο σκηνικό, θα μου καθόταν καλύτερα στο κεφάλι μου τέλος πάντων, αν ο μπαρμπα-Γρηγόρης έσκαγε μ’ ένα σχήμα του στυλ Greg Ginn & The Six Packs Performing Black Flag Songs. Για να λέμε τα πράγματα όπως είναι χωρίς συναισθηματισμούς και μ@λακίες, this ain’t Black Flag! Δε περίμενα και τον Henry Rollins επί σκηνής, αλλά σίγουρα περίμενα κάτι σοβαρότερο. Το καταπίνουμε και το προσπερνάμε. Πάω να βάλω το βινύλιο του Damaged να ισιώσω…

