Ένα επί 18 συναπτά έτη ανενεργό project του – κατά τα άλλα – υπερδραστήριου Joey Cape, γνωστού ως επί το πλείστον από τους ακόμη και έως τούδε ενεργούς Lagwagon, γνωστά πουλέν της Καλιφορνέζικης FatWreckChords του Fat Mike των NOFX, αλλά και από άλλες μπάντες, όπως οι Me First And the Gimme Gimmes, και άλλα. Αν ακόμη και τώρα δεν πιάσατε το υπονοούμενο, ο Joey είναι τραγουδιστής/κιθαρίστας κατά περίπτωση σε skate/pop punk μπάντες, με ’90s καταβολές, και ως αυτό έχει καταξιωθεί.
Για την ιστορία, οι Bad Astronaut υπάρχουν αισίως από το μακρινό πλέον 2000, όχι αδιάλειπτα, αλλά αρκετά σταθερά ώστε να έχουν ακόμη τη στήριξη της FatWreck (έπιασαν τα κονέ του Joey με τον Mike). Έχουν αλλάξει κάμποσα μέλη, αλλά δέχτηκαν μεγάλο πλήγμα όταν το 2005 ο drummer της μπάντας αυτοκτόνησε, και μάλλον οδήγησε την μπάντα στη διάλυση της, αφού έβγαλε ένα τελευταίο δίσκο στην ίδια εταιρεία (“Τwelve small steps, One giant dissapointment”, 2006). To εν λόγω εγχείρημα του Cape, που συμπεριλάμβανε, όπως ήταν λογικό, και άλλους μουσικούς παρόμοιου μουσικού υποβάθρου, βλέπε The Ataris, Mad Caddies κ.α., είχε μέχρι ενός σημείου μια καλή βάση επάνω στην pop punk προϋπηρεσία όλων των ανωτέρω, αλλά κοιτούσε περισσότερο μάλλον στον ανεξάρτητο κιθαριστικό ήχο, αν και προσωπικά δεν το βλέπω ξεκάθαρα, πράγμα που αφήνει το καλιφορνέζικο pop punk να υπερτερεί στο πάντρεμα.
Εντούτοις, και ο παρών δίσκος δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με ό,τι έχει προηγηθεί, καθώς είναι ένα πειραματικό, εναλλακτικού ήχου εγχείρημα, που κοιτάει κατάματα καλλιτέχνες όπως ο Neil Young, οι Radiohead και τα παρακλάδια τους, και μάλιστα στα πιο ήρεμα τους, τους Anthony and the Johnsons και – ω του θαύματος – τον David Bowie στις πιο μπουάτ στιγμές του, με τον Cape να προσπαθεί να εξομοιώσει ακόμη και το τρέμουλο στη φωνή του αείμνηστου. Τα τραγουδάκια είναι ουσιαστικά πένθιμες επανεκτελέσεις κομματιών των προηγούμενων δίσκων των BA, εξ’ολοκλήρου στηριγμένα σε πιάνο και έγχορδα, χωρίς δείγμα κιθάρας ή ηλεκτρισμού γενικότερα στον ορίζοντα. Ο Cape τραγουδάει τα ίδια αφιλτράριστα, κάφρικα στιχάκια για αλκοολισμό (“San Francisco Serenade”), καταχρήσεις (“Logan’s Run”), καταστροφή, αστική ή ενδοοικογενειακή βία (“Greg’s Estate”) και άλλα ευχάριστα και ποικίλα troll θέματα, με την τρεμάμενη πλέον φωνούλα του, και το σκηνικό ακούγεται και είναι αρκούντως θλιβερό, από όπου και να το πιάσει κανείς…
Για να είμαι ειλικρινής και οι Eels το ίδιο κάνανε, αλλά ήταν πιο πειστικοί.
