To hype για τη συναυλία των All Them Witches την περασμένη Τετάρτη ήταν μεγάλο, αφού είχε προηγηθεί ένα ηχηρό sold out στον εσωτερικό χώρο του Universe και η μεταφορά του live στον open-air χώρο, κάτι που μαρτύρησε την προσμονή του κόσμου για την επιστροφή των Αμερικανών στην Αθήνα. Τη βραδιά άνοιξαν οι Αθηναίοι The Steams, μια πολύ αρμονική προσθήκη στον ψυχεδελικό ήχο των headliners.
Ανταπόκριση: Αρετή Αποστόλου / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου (πλήρες photo report εδώ)
Ο κόσμος είχε αρχίσει να γεμίζει το χώρο από νωρίς, από τις 19:00 που άνοιγαν οι πόρτες, και μέχρι τις 20:15 που οι The Steams ανέβηκαν στη σκηνή, το κλίμα ήταν ήδη πολύ θερμό. Οι Αθηναίοι «έστρωσαν» ιδανικά το χαλί για τη συνέχεια της βραδιάς, με το κοινό να ανταποκρίνεται – όπως ήταν αναμενόμενο, αφού ο ήχος της μπάντας λειτούργησε σαν το ιδανικό intro για την εμφάνιση των All Them Witches.

Ο – πάντα – χαρισματικός τραγουδιστής της μπάντας «πέρασε» την ονειρική ατμόσφαιρα που τους χαρακτηρίζει από τη σκηνή στον κόσμο, με τις πιο δυνατές τους στιγμές να είναι και τα ευρέως πιο αγαπημένα τους κομμάτια, όπως τα “Entrance” και “The Lament” από το “Mild Conquest” (2022) και το “The Harvest” από το “Wild Ferment” (2018). Συνολικά, ήταν μια εμφάνιση που δικαιώνει την εντύπωση που έχω γι’αυτή τη μπάντα, όσες φορές τους έχω δει: είναι πάντα συνεπείς και φρέσκοι στον ήχο τους, και χαίρομαι όταν βλέπω Αθηναϊκές μπάντες να συνεχίζουν να υπάρχουν στη σκηνή με αυτόν τον τρόπο, «ανοίγοντας» μάλιστα σημαντικά συγκροτήματα του εξωτερικού.

Οι All Them Witches είναι μια μπάντα που πάντα είχα την περιέργεια να δω, αφού μου φαίνεται αρκετά δύσκολο να αποτυπωθεί η ατμόσφαιρα και η αίσθηση αυτού του ήχου ζωντανά. Αυτός ο ενδοιασμός που είχα – σχεδόν – επιβεβαιώθηκε, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την ποιότητα και τη σφιχτοδεμένη εμφάνιση του συγκροτήματος. Ο open-air χώρος, για μένα, δεν ενδείκνυται για τέτοιου είδους εμφανίσεις, ειδικά όταν ο ήχος «μπουκώνει» στα μπάσα, κάτι που δυστυχώς αφαιρεί ένα μεγάλο κομμάτι της όλης εμπειρίας, αφού ιδίως ο ψυχεδελικός ήχος βασίζεται πολύ σε αυτά τα elements.

Στις 21:45, ακριβώς στην ώρα της, η μπάντα ανέβηκε στη σκηνή με το all-time hit “The Death Of Coyote Woman“, με το κοινό να ενθουσιάζεται από το πρώτο κιόλας κομμάτι. Η μηχανή ατμού συνέβαλε κι αυτή στο να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που έπρεπε, αν και από ένα σημείο και μετά ο καπνός ήταν τόσος, που δυστυχώς δεν βλέπαμε τι γινόταν στη σκηνή. Η βραδιά συνεχίστηκε με το “Enemy of my Enemy“, από το πολύ αγαπημένο μου album “Nothing as the Ideal” (2020), για να συνεχιστεί με το “Culling Line“, και ένα σερί από το “ATW” (2018), με τα “Workhorse” και “Diamond“, όπου για μένα ήρθε και το peak της βραδιάς. Το “Diamond” είναι το κομμάτι που με έβαλε στον κόσμο των All Them Witches (από το live στο KEXP) και παραμένει μέχρι σήμερα το αγαπημένο μου. Η μαγική φωνή του Charles Michael Parks Jr. δεν απογοητεύει ποτέ, και είναι κρυστάλλινη, ακόμα καλύτερη και πιο αισθαντική κι από τις ηχογραφήσεις.

Ιδανικά, θα ήθελα το setlist να είναι μικρότερο, δεδομένου και του ότι τα κομμάτια τους είναι ούτως ή άλλως αρκετά μεγάλα σε διάρκεια. Εκτός από τη διάρκεια, οι επόμενες επιλογές των κομματιών ήταν κάπως παράξενες σε σχέση με το τι περιλαμβάνει η δισκογραφία τους. Έλειπαν ορισμένες μεγάλες στιγμές τους, όπως τα “41“, “Open Passageways“, “L’hotel Serein” και “Am I Going Up?”, κομμάτια που βρίσκω ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ταυτότητα της μπάντας, αλλά και με τις επιρροές τους.
Η συνέχεια μας επιφύλασσε τραγούδια από – σχεδόν – ολόκληρο το timeline του συγκροτήματος, όπως τα “The Marriage of Coyote Woman“, “Blood and Sand / Milk And Endless Waters” και “See You Next Fall“. Ο Allan Van Cleave στα synths παίζει για μένα καθοριστικό ρόλο στην ισορροπία του ήχου, θυμίζοντας κάτι από Doors και Ray Manzarek, όσον αφορά στις επιρροές της μπάντας, στην – κατά τ’άλλα – κάπως άνευρη συνέχεια του set, λόγω της επιλογής των κομματιών. Για το encore, κράτησαν ένα από τα μεγαλύτερα τους hits, το “When God Comes Back“, το οποίο θα έπρεπε να έχει έρθει πολύ νωρίτερα στο live, αλλά και το “Alabaster“, από το “Sleeping Through The War” (2017), μια αρκετά υποτονική επιλογή για κλείσιμο.

Η επίγευση της εμφάνισης των All Them Witches για μένα ήταν ανάμεικτη, και σίγουρα αυτό δεν οφείλεται τόσο στην ίδια τη μπάντα, αλλά πιο πολύ στις συνθήκες αυτή τη φορά, όσο και στη συζήτηση που συχνά-πυκνά ανοίγεται για το κατά πόσο τέτοιες μπάντες αναδεικνύονται σε live εμφανίσεις. Είμαι σίγουρη ότι με ένα show σε κλειστό χώρο θα μιλούσαμε για μια τελείως διαφορετική εμπειρία, έχοντας δει αντίστοιχες μπάντες σε τέτοια venues. Τα προβλήματα με τον ήχο επίσης δεν βοήθησαν, αλλά θα κρατήσω το ότι υπήρξαν στιγμές που πραγματικά με συνεπήρε η υπέροχη φωνή του Michael Parks Jr. και χάρηκα πολύ που μου δόθηκε η ευκαιρία να τους δω ζωντανά. Επιφυλάσσομαι για την επόμενη εμφάνιση τους – ελπίζω σε πιο ταιριαστές συνθήκες.

