Δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως όταν πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ της νεαρής τραγουδιστριας/τραγουδοποιού από την Έδεσσα συνάντησε υποδοχή με στρωμένο χαλί και τυμπανοκρουσίες, αν και σίγουρα της είχε δοθεί περισσότερη προσοχή από όση συνήθως επιφυλάσσουν τα mainstream μέσα σε ανεξάρτητες δημιουργούς χάρη στην – σχετικά – επιτυχημένη pop διασκευή της σε παραδοσιακό τραγούδι που είχε προηγηθεί.
Είτε γιατί επέλεξε να κρατήσει χαμηλούς τόνους, ειτε γιατί ο ειδησεογραφικός κύκλος συναγωνίζεται την προσοχή του σημερινού κοινού για την μικρότερη διάρκεια, η Alkyone (κατά κόσμον Μαρία Ζλατάνη), δεν πέρασε τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο χρόνο κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, παρά το γεγονός ότι έχει καταγράψει στο βιογραφικό της διόλου ευκαταφρονητα για εγχώρια καλλιτέχνιδα επιτεύγματα, όπως όχι μια αλλά δύο σύντομες περιοδείες στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, η δεύτερη εκ των οποίων μάλιστα περιλάμβανε και δύο εμφανίσεις στα πλαίσια του -“πολύ”- φεστιβάλ SXSW.
Όπως είχε τότε προαναγγείλει κατά μια έννοια το “Exit Sign” το “Ξενιτεμένα μου πουλιά” χωρίς να συμπεριληφθεί στο άλμπουμ, έτσι και τώρα, λίγους μήνες πριν την κυκλοφορία του “Small Philosophies” προηγήθηκε το “Desert Song”, μια ακόμη διασκευή ελληνικού τραγουδιού (“To Τραγούδι της Ερήμου” της Μαριανίνας Κριεζή και του Λάκη Παπαδόπουλου, που είχε τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση η Αρλέτα), ίσως σε μια απόπειρα να έχει το ίδιο προωθητικό αποτέλεσμα.
Παρ’ όλα αυτά η Alkyone ούτε αυτή τη φορά ενέδωσε στον πειρασμό να συμβιβάσει το καλλιτεχνικό της όραμα και να ακολουθήσει το πρόσταγμα που θέλει να εμπεριέχεται τουλάχιστον ένα ελληνόφωνο κομμάτι ακόμη και στα άλμπουμ κατά κύριο λόγο αγγλόφωνων εγχώριων καλλιτεχνών, μια τάση που έχει αποδειχθεί αρκετά δημοφιλής – αν δεν έχει καταλήξει η πλέον ασφαλής – τα τελευταία χρόνια. Βέβαια η pop σχολή που υπηρετούσε εξ αρχής η Alkyone δεν ήταν κάποια που προσέβλεπε σε επιτυχία στα ραδιοκύματα – αν και δεν μπορώ να αρνηθώ πως ένα κομμάτι σαν το “Child Care” θα μπορούσε (αν όχι θα έπρεπε) να παιζόταν στο ραδιόφωνο – ή σε χώρους διασκέδασης και χορευτικές πίστες, αλλά ευδοκιμεί κάτω από πιο εστιασμένης προσοχής ακροάσεις.
Η Alkyone μπήκε στο στούντιο επιστρατεύοντας τους Σάκη Αζά (στις κιθάρες), Θύμιο Παπαστεργίου (στο Τσέλο), Θοδωρή Παπαδημητρίου (στα τύμπανα), και την παιδική χορωδία του Νέου Ωδείου της Έδεσσας, έχοντας πολύ συγκεκριμένο στόχο: οι συνθέσεις της να αντανακλούν την αέναη προσπάθειά της ως ενήλικας όχι τόσο να ανασύρει ή να καταγράψει τις ανακουφιστικές μνήμες της παιδικής της ηλικίας, όσο την δυνατότητα να ξαναβιώσει τα τρυφερά συναισθήματα εκείνης της ξέγνοιαστης περιόδου, όταν η ευτυχία μπορούσε να βρεθεί και στις πιο αδιάφορες για την ενήλικη οπτική λεπτομέρειες.
Σε γενικές γραμμές δεν υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση ύφους από την προηγούμενη πλήρους διάρκειας κυκλοφορία της – όχι ότι θα επιθυμούσαμε κάτι τέτοιο· με εξαίρεση δύο σύντομα spoken word κομμάτια, οι αιθέριες έως δραματικες συνθέσεις της συνεχίζουν να έχουν το πιάνο και την νεραϊδένια φωνή της στο επίκεντρο, αν και ίσως λόγω και του concept πίσω από το “Small Philosophies”, τείνουν εδώ περισσότερο προς την πιο τρυφερή και ευαίσθητη – σε αντιδιαστολή με την κάπως πιο γήινη, εως στοιχειακή, μερικών κομματιών του “Exit Sign” – πλευρά.
Επειδή όμως δεν μπορεί όλα να είναι τέλεια, παρόλο που ο γράφων προτιμά ένα άλμπουμ να ειναι μικρό σε διάρκεια και περιεκτικό ποαρά να ξεχειλίζει από “παραγέμισμα”, τα ούτε 30 καθαρά λεπτά διάρκειας – αν δεν συνυπολογίσουμε τα προαναφερθέντα spoken word εισαγωγή και ιντερλούδιο – περνούν πιο γρήγορα από όσο θα θέλαμε να βυθιστούμε σαν ακροατές στον ειδυλλιακό κόσμο της μουσικής της Alkyone.
