Το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου, στη σκηνή του Floyd, οι fans των «χιλιομοδίων», βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας μουσικής έκρηξης – μιας εμπειρίας που δεν ήταν απλώς μια sold out συναυλία, αλλά μια γνήσια γιορτή για το Heavy/Stoner Rock. Οι 1000mods, για ακόμη μια φορά, μας προσέφεραν ένα ξεχωριστό Live που ξαναγράφει μια δική τους ιστορία και συμβαδίζει με τα όρια του μύθου τους.
Ανταπόκριση: Χαρά Ευδαίμων / Φωτογραφίες: Ιωάννα Κίτρου (περισσότερες εδώ)
Γύρω στις 21:00, ο χώρος άρχιζε να γεμίζει ασφυκτικά. Την αρχή έκαναν οι “Nothing Thrives”, ακριβώς στην ώρα τους, χωρίς περιττές εισαγωγές. Παρουσίασαν το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, “Tales of Disgrace»” (2024), θέτοντας τις βάσεις και την ενέργεια για όσα θα ακολουθούσαν. Η μπάντα, γνωστή για την αγάπη της στο punk rock των ’80s και το high-energy rock ‘n’ roll των ’90s και ’00s, με το χαρακτηριστικό attitude και την επιθετική της ενέργεια, κέρδισε αμέσως το κοινό.
Με εμφανείς επιρροές από μπάντες όπως οι “Hellacopters”, οι “Black Flag” και οι “Misfits”, οι “Nothing Thrives” ερμήνευσαν τραγούδια όπως το “Medicine”, το “Riot” και το ομότιτλο “Tales of Disgrace”. Με την ωμή τους punk rock ενέργεια, κατάφεραν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος του set τους. Η μπάντα δεν παρέλειψε να εκφράσει αρκετές φορές την ευγνωμοσύνη της προς το κοινό και τους 1000mods, κλείνοντας έτσι την εμφάνισή της, παραδίδοντας τη συναυλιακή συνέχεια στο αναμενόμενο.

Έπειτα από ένα σχεδόν μισάωρο διάλλειμα συσπείρωσης, τα φώτα έσβησαν και σύσσωμο το κοινό άρχισε να τραγουδά τους στίχους του“War Pigs” των “Black Sabbath”, το οποίο ακουγόταν από τα ηχεία. Οι 1000mods ανέβηκαν στη σκηνή!
Μας καλωσόρισαν με το «Electric Carve» και το «Road to Burn», με τα riffs και το rhythm section, να κατακλύζουν τον χώρο, με το γνωστό βαρυ ήχο και την έντονη δυναμική των 1000mods. Το “Overthrown” , παρά την παύση λόγω τεχνικών προβλημάτων, στο restart αποδείχθηκε ακόμα πιο δυναμικό, με ένα ξέσπασμα που άφησε όλους να επευφημούν για περισσότερο.
Σε συνέχεια το “Warped”, κομμάτια όπως το “Cheat Death”, το “Loose”, στιγμές σαν το “Misery” και το “Pearl” έδειξαν την πιο σκοτεινή, εσωτερική πλευρά της μπάντας. Το «Götzen Hammer» και το «Low» ήρθαν σαν μια έκρηξη αδρεναλίνης, με τους φανατικούς fans να επιδίδονται ακατάπαυστα σε έντονα mosh pits.

Η ακουστική του χώρου ήταν σαν να βγαίνουν απευθείας από το στούντιο, και αναδείκνυε τέλεια τον βαρύ και πλούσιο ήχο τους. Τα εντυπωσιακά, μυστικιστικά visuals, δια χειρός Γ. Ντουσιόπουλου, συνέβαλαν στην ατμόσφαιρα και σε παρέσυραν νοερά, όλο και περισσότερο στη φιλοσοφία των 1000mods. Τα τύμπανα του Λάμπρου ήταν καθηλωτικά, ενώ οι κιθάρες του Γιώργου και το μπάσο του Dani G, έπλεκαν τον χαρακτηριστικό fuzz καμβά τους. Σε κάθε παύση, οι φωνές γίνονταν όλο και πιο έντονες, δείχνοντας την απόλυτη σύνδεση ανάμεσα στη μπάντα και τους οπαδούς της. Άλλωστε ένα μεγάλο πλεονέκτημα των 1000mods είναι και η απόλυτη αμεσότητα που έχουν με το κοινό.
Το “Speedhead» ανέβασε ρυθμούς, ενώ το ενώ το “The One Who Keeps Me Down” από τον τελευταίο δίσκο Cheat Death (2024), που μοιάζει να συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία τους σε λίγα λεπτά, μετέτρεψαν το venue σε ένα ανεξέλεγκτο πάρτι. Τα “Mirrors”, “The Son” και “El Rollito” εκτίναξαν την ένταση, με το “Into the Spell” να κορυφώνει την εμπειρία.

Ακόμη και μετά από ένα δίωρο set list, κανείς δεν ήθελε να φύγει. Και έτσι συνέβη… Ενώ μας χαιρέτησαν προς στιγμής, πήρε μόλις λίγα λεπτά να επιστρέψουν στη σκηνή, με το συγκρότημα να επιλέγει να παίξει για encore το “Vidage”, το “Super Van Vacation” και το “Bluebird”, έκαναν το κοινό να εκραγεί. Τα φώτα έσβησαν, αλλά η ενέργεια του κόσμου και το buzz στον χώρο παρέμειναν.
Εκείνο το βράδυ μας απέδειξαν, για άλλη μια φορά, γιατί θεωρούνται μία από τις πιο επιδραστικές μπάντες του σύγχρονου heavy/stoner rock. Ενός είδους που παραμένει ζωντανό, εξελίσσεται και, χάρη σε συγκροτήματα όπως οι 1000mods, συνεχίζει να ενώνει ανθρώπους μέσα από την ανυπέρβλητη δύναμη του ήχου.

