«Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» θα πει κάποιος αν, εν έτει 2026, του αναφέρεις κάτι σχετικά με το nu metal. Αν το καλοσκεφτείς όμως, το συγκεκριμένο είδος δηλώνει ξανά παρών τα τελευταία χρόνια. Και όταν λέμε τα τελευταία χρόνια, μιλάμε για το δεύτερο μισό των ‘10s μέχρι και σήμερα. Εννοείται πως δεν “κυβερνάει” όπως έκανε το 1998-2002 ή δεν γνωρίζει την εμπορική επιτυχία του είχε κάποτε, αλλά το DNA του βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο σημερινό metalcore και γενικά στο μοντέρνο metal (Architects, While She Sleeps, Code Orange, Motionless In White, Falling In Reverse, Landmvrks, Slaughter to Prevail και η λίστα δεν έχει τέλος).
Το βλέπεις πίσω από κάθε κοφτό riff που βγαίνει από χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, στα beats και τα scratch-αρίσματα, αλλά και στον τρόπο που τα γρήγορα, ρυθμικά φωνητικά κουμπώνουν με το groove. Πέρα όμως από τις επιρροές, παρατηρούμε να ξεφυτρώνουν όλο και περισσότερες μπάντες που παίζουν λίγο-πολύ με τη νοσταλγία εκείνης της εποχής: Fever 333, Ded, Tetrarch, never easy, Fox Lake και Split Chain είναι μερικά μόνο παραδείγματα.
Την ίδια στιγμή, ονόματα που συνδέθηκαν οργανικά με το πρώτο κύμα του nu metal, όπως οι Mudvayne, Coal Chamber, Kittie, Taproot, επιστρέφουν δισκογραφικά ή επί σκηνής. Για τα μεγαθήρια τύπου Korn, Limp Bizkit, Linkin Park, κ.τ.λ. που 25 χρόνια μετά συνεχίζουν να κάνουν sold out εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο δεν χρειάζεται να πούμε τα αυτονόητα. Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, ας κάνουμε μια mini αναδρομή στην prime εποχή του nu metal και ας δούμε 10 underrated διαμαντάκια που μας χάρισε αυτό το παρεξηγημένο, διχαστικό και αμφιλεγόμενο είδος.
1) One Minute Silence – Buy Now…Saved Later (2000): Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο συγκεκριμένος δίσκος δεν συγκαταλέγεται στα κορυφαία του είδους. Η παραγωγάρα του Colin Richardson ήταν μπροστά από την εποχή της και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να ακούγεται γεμάτη και επιθετική. Παράλληλα, οι One Minute Silence δεν κρύβουν την πολιτική τους χροιά, με τους στίχους να στάζουν δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Παρότι φέρει τον παλμό των late ‘90s, ο δίσκος εξακολουθεί να ακούγεται φρέσκος και να εκπέμπει την ίδια ένταση και αλήθεια που είχε από την πρώτη του ακρόαση.
Highlight: “Holy Man”
2) Reveille – Laced (1999): Skate, BMX, φαρδιά ρούχα, περίεργα κουρέματα και όλη η αισθητική του nu metal αιωρείται στο ντεμπούτο των Reveille. Υπάρχει μέσα του μια αίσθηση νεανικής ενέργειας και ταυτόχρονα κουβαλά μια νοσταλγία για την εποχή που γεννήθηκε. Οι κιθάρες κινούνται με κοφτά, επιθετικά riffs, ενώ οι ρυθμοί κρατούν διαρκώς σε εγρήγορση τον ακροατή. Το “Laced” είναι από εκείνους τους δίσκους που δεν γνωρίζουν όρια.
Highlight: “Permanent (Take a Look Around)”
3) Dry Kill Logic – The Darker Side of Nonsense (2001): Οι Dry Kill Logic είναι άλλη μία μπάντα από εκείνη την εποχή που ξαναέβαλε μπροστά τις μηχανές της τα τελευταία χρόνια, μετά από αρκετό διάστημα αδράνειας. Το “The Darker Side of Nonsense” είναι ένα δείγμα ωμού, ακατέργαστου metal που δεν κρύβει την επιθετικότητά του ούτε στιγμή. Μια επιθετικότητα που φέρνει πολλές φορές στο μυαλό τους πρώιμους Slipknot, τόσο στα φωνητικά όσο και στη μουσική. Ήταν αυτή η δύναμη που τράβηξε την προσοχή της Roadrunner Records και οδήγησε την μπάντα στο roster της, επιβεβαιώνοντας ότι ο ήχος τους είχε «αυτό το κάτι».
Highlight: “Rot”
4) 3rd Strike – Lost Angel (2002): Ένας δίσκος αρκούσε για τους 3rd Strike για να κερδίσουν τις καρδιές των nu metal fans. Δυστυχώς η μπάντα δεν κατάφερε να συνεχίσει και το οριστικό τέλος ήρθε με τον θάνατο του frontman Jim Korthe το 2010. Το “Lost Angel” ξεχωρίζει όχι μόνο για τα δυναμικά του μέρη, αλλά και για τις μελωδικές στιγμές που δίνουν ανάσα και βάθος στον ήχο του συγκροτήματος, με έντονα στοιχεία από τους πρώτους δύο δίσκους των Linkin Park. Σε κομμάτια όπως το “Redemption” και το “Walked Away” λάμπουν τα φωνητικά, τα οποία συνδυάζουν άψογα την ένταση και την ευαισθησία. Ένας δίσκος που, παρά τη σύντομη πορεία της μπάντας, αφήνει ανεξίτηλο το σημάδι του στην εποχή του nu metal και στη μνήμη όσων τον ανακάλυψαν τότε.
Highlight: “Flow Heat”
5) Blindspott – Blindspott (2002): Όπως και οι Dry Kill Logic, έτσι και τούτοι εδώ αναδιοργανώθηκαν μετά από πολλά χρόνια στον πάγο και μάλιστα πρόσφατα κυκλοφόρησαν νέα μουσική. Ό,τι και αν παρουσιάσουν πλέον, όμως, δύσκολα μπορεί να αγγίξει το feeling του ντεμπούτου τους. Εδώ κυριαρχεί η νοσταλγία μιας εποχής όπου το nu metal άφηνε χώρο στην ατμόσφαιρα, με έντονα περάσματα που θυμίζουν Deftones και έναν ήχο που κινείται ισορροπημένα ανάμεσα στην ένταση και την εσωστρέφεια. Το “Blindspott” δεν στηρίζεται στην υπερβολή, αλλά στη λεπτομέρεια και το συναίσθημα, αφήνοντας το αποτύπωμά του αθόρυβα και ουσιαστικά.
Highlight: “Nil by Mouth”
6) The Deadlights – The Deadlights (2000): Οι Deadlights πέρασαν σχεδόν σαν σκιά, με μια πορεία που κράτησε μόλις τρία χρόνια και έναν δίσκο στο ενεργητικό τους. Το ομότιτλο album μοιάζει με στιγμιότυπο παγωμένο στον χρόνο, αποτυπώνοντας μια μπάντα που κινήθηκε χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς διάθεση για συμβιβασμούς. Οι συνθέσεις δεν ακολουθούν ασφαλείς διαδρομές, αλλά αφήνονται στην φόρτιση της στιγμής, δημιουργώντας έναν ήχο που μοιάζει να “ψάχνεται” διαρκώς. Στο τέλος, μένει ένα ωμό αποτύπωμα μιας εποχής και μιας μπάντας που δεν έμεινε αρκετά, αλλά πρόλαβε να αφήσει το δικό της μικρό λιθαράκι στο είδος.
Highlight: “Pox Eclipse”
7) Flaw – Through the Eyes (2001): Αν βάλεις να ακούσεις το “Whole”, που είναι και το hit-άκι του album, και ταυτόχρονα βλέπεις το video clip, είναι εύκολο να σκεφτείς ότι πρόκειται για άλλη μια κόπια των Korn. Αν όμως αφήσεις το “Through the Eyes” να παίξει από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς προκαταλήψεις, γίνεται ξεκάθαρο ότι μιλάμε για μία κυκλοφορία που ποιοτικά δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από άλλους κλασικούς nu metal δίσκους. Δυνατό του χαρτί είναι η χαρακτηριστική φωνή του Chris Volz, που στέκεται με την ίδια άνεση στις συναισθηματικές στιγμές των “My Letter” και “Best I Am”, όσο και στα πιο σκληρά ξεσπάσματα των “Get Up Again” και “Only the Strong”. Όσα κι αν δοκίμασε αργότερα ο Volz, μοναδικό μέλος που απέμεινε από εκείνη την περίοδο, δεν κατάφερε να ξαναδημιουργήσει την ακατέργαστη ένταση και ειλικρίνεια αυτού του δίσκου. Κάτι πήγε να κάνει με το “Venting” (album από το άλλο του project, τους “Five.Bolt.Main”) αλλά η διαφορά παραμένει εμφανής.
Highlight: “Payback”
8) downset. – Do We Speak a Dead Language? (1996): Οι downset. είναι από τις πρώτες μπάντες που κατάφεραν να παντρέψουν το rap με το metal με απίστευτη φυσικότητα και ένταση, δημιουργώντας έναν ήχο που ακόμα και σήμερα ακούγεται ανατρεπτικός. Στο “Do We Speak a Dead Language?”, κάθε κομμάτι κυλάει με ασταμάτητο groove που σε αναγκάζει να χτυπιέσαι και να νιώθεις ότι η μουσική παίρνει τον απόλυτο έλεγχο του σώματός σου. Τα riffs ζεματάνε, το hardcore δηλώνει μόνιμα παρών, οι στίχοι χτυπάνε σαν γροθιά και τα φωνητικά του Rey Oropeza σε καλούν για επανάσταση. Είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, άμεσος και εντελώς in your face, που δεν ζητάει την προσοχή σου, αλλά την παίρνει με το ζόρι.
Highlight: “Empower”
9) Superheist – Identical Remote Controlled Reactions (2002): Ο συγκεκριμένος δίσκος ήταν ο τελευταίος που κυκλοφόρησαν οι Superheist πριν την επιστροφή τους, περίπου μια δεκαετία πριν, και παραμένει μέχρι και σήμερα η κορυφαία τους στιγμή. Εδώ αποτυπώνεται έντονα η μετάβαση του nu metal σε κάτι πιο συνειδητοποιημένο, χωρίς να χάνεται ο αυθορμητισμός. Στο τέλος, σου αφήνει την αίσθηση ότι η μουσική τους ζει πέρα από τάσεις και εποχές, παραμένοντας ζωντανή μέσα στις αναμνήσεις μας.
Highlight: “False Idols”
10) Sunk Loto – Between Birth & Death (2003): Η διαφορά ανάμεσα στο πρώτο τους EP και αυτόν τον δίσκο είναι τεράστια. Από τη μία έχουμε ένα ωμό και ακατέργαστο δείγμα nu metal και από την άλλη έναν ώριμο δίσκο με καθαρή παραγωγή και πιο συνειδητοποιημένη προσέγγιση. Η αλήθεια είναι ότι το “Between Birth & Death” γέρνει περισσότερο προς την εναλλακτική αμερικανιά, παρά στο κλασικό nu metal όπως το έχουμε συνηθίσει, όμως η ενέργεια και η αυθεντικότητα παραμένουνε αλώβητες. Αυτή η κυκλοφορία μετατρέπει τους Sunk Loto σε ένα από τα μεγαλύτερα «what if» της σκηνής, αφήνοντας την αίσθηση του τι θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει αν δεν είχαν σταματήσει.
Highlight: “Everything Everyway”
